Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2010

Η ανοχή στον εξευτελισμό και την ταπείνωση με στόχο τη «διάκριση» προάγει κοινωνίες ανθρώπων- λάφυρων


Βγαίνω από το μετρό του Συντάγματος και ανεβαίνω τις σκάλες που σε οδηγούν σε ένα από τα τρία κεντρικά και πολυτελή ξενοδοχεία της περιοχής. Η μέρα είναι ηλιόλουστη, από αυτές τις πρώτες καλοκαιρινές χειμωνιάτικες μέρες που έκαναν την εμφάνισή τους γλυκές σαν αμαρτία την περασμένη εβδομάδα. Ένα πρωινό ραντεβού με ένα συγγραφέα, προκειμένου να μιλήσουμε για το βιβλίο του, με φέρνει σ’ αυτά τα μέρη. Περιμένω καρτερικά στη ρεσεψιόν, μετανιώνοντας που έβγαλα τα γυαλιά ηλίου μου, παρ’ όλο που βρίσκομαι σε κλειστό χώρο. Η αντανάκλαση του ήλιου μετατρέπει μια συνηθισμένη εργάσιμη μέρα ένα απαιτητικό επαγγελματικό ραντεβού σε υπόσχεση καλοκαιρινής ραστώνης.
Ξαφνικά, όλα σκοτεινιάζουν. Ένα ψηλό, όμορφο κορίτσι, από αυτά που όλοι γνωρίζουμε από την τηλεόραση και τα περιοδικά, με αξιώσεις για τίτλους στα καλλιστεία και εμφανίσεις σε βραδινές τηλεοπτικές εκπομπές ντυμένο με το τζιν και τις μπότες του, ένα λουλούδι της νιότης, κατευθύνεται προς τη ρεσεψιόν. Στην αρχή δεν την πρόσεξα. Ήταν πιο όμορφη από κοντά, απλά βαμμένη, αναδεικνύοντας τις αρετές της ηλικίας της, με ένα δυστυχισμένο, απλανές βλέμμα, στοιχείο γοητευτικό για πολλούς άνδρες που θέλουν διακαώς να παίξουν το ρόλο του σωτήρα. Δίπλα της, δύο κύριοι. Μεσήλικες, κοντοί, με απλά ρούχα, χωρίς κανένα χαρακτηριστικό επαγγελματικής ή κοινωνικής καταξίωσης, συνόδευαν αυτό το κορίτσι, ζητώντας σε ένα τέτοιο ξενοδοχείο δωμάτιο ημιδιαμονής. Οι ρεσεψιονίστ εξεπλάγησαν. Δεν ήταν συνηθισμένοι σε μια τέτοια απροκάλυπτη απαίτηση, ιδίως όταν έχουν συνηθίσει να φιλοξενούν ανθρώπους, όχι αμέμπτου ηθικής, αλλά με μεγαλύτερη διπλωματική, λόγω της οικονομικής επιφάνειας που διαθέτουν, κάλυψη. Ήταν σαφές ότι ποτέ κανένας δεν τους είχε ζητήσει στο παρελθόν ένα δωμάτιο ημιδιαμονής, κανένας δεν σκέφτηκε ποτέ να περάσει λίγες ώρες αχαλίνωτου ή απλώς πληρωμένου σεξ σε ένα από αυτά τα ξενοδοχεία χωρίς να προσφέρει τουλάχιστον στην εν λόγω κυρία μια ολοκληρωμένη διαμονή, έστω και ένα πρωινό. Η άκομψη και ιδιαίτερα επιπόλαιη κίνηση των εν λόγω κυρίων, να περιφέρουν σαν έπαθλο ένα τέτοιο κορίτσι πρωί-πρωί, χωρίς να έχουν διάθεση να την προστατέψουν, έστω για λόγους κοινωνικής κατακραυγής, μαρτυρούσε τον επαρχιώτικο χαρακτήρα τους και την ακόρεστη, φαλλική βούληση για επίδειξη και κομπασμό. Αφήνοντας στην άκρη τη φτήνια.
Είναι σαφές ότι δεν ανακάλυψα την πυρίτιδα. Δεν είδα κάτι που δεν φανταζόμουν ή δεν γνώριζα. Ότι δηλαδή πολλά από αυτά τα κορίτσια που περιφέρουν την ομορφιά τους σαν έπαθλο από κανάλι σε κανάλι εργάζονται ως συνοδοί πολυτελείας ή πληρώνουν το νοίκι τους προσφέροντας το κορμί τους στον αγοραίο έρωτα. Παρ’ όλο τον κυνισμό της εποχής που επιτάσσει να μην εκπλήσσεσαι με τίποτα, όταν πέφτεις πάνω σε ένα τέτοιο περιστατικό, βλέποντας με τα ίδια σου τα μάτια τις φάτσες των κυρίων που λιγουρεύονται νεανική σάρκα με βούλα -οι τίτλοι των καλλιστείων ανεβάζουν την ταρίφα-, πάντα οργίζεσαι, απογοητεύεσαι. Σκέφτεσαι τα όνειρα των κοριτσιών που έχουν καλλιεργηθεί με τις ευλογίες της οικογένειάς τους (αχ, αυτές οι μανάδες!), την προσπάθεια, τον αγώνα, την ανοχή στον εξευτελισμό, στην ταπείνωση, με μόνο στόχο να ξεφύγουν από την αφάνεια, να καταξιωθούν στο χώρο του μόντελινγκ και αργότερα να κάνουν ένα καλό -δηλαδή πλούσιο- γάμο ή να απορροφηθούν από το χώρο της τηλεόρασης. Μια ευθύγραμμη επιλογή ζωής, η οποία σπάνια καταλήγει σ’ αυτό που είχαν εξαρχής στο μυαλό τους, οδηγεί αυτά τα ακαλλιέργητα κορίτσια στον κυκεώνα του trafficking, του εμπορίου λευκής σαρκός με τη χορηγία των ΜΜΕ, την υποστήριξη επιχειρηματιών και την ευλογία της αγίας ελληνικής οικογένειας. Και όταν βλέπω τηλεοπτικές εκπομπές αναζήτησης του καλύτερου μοντέλου, όπως αυτή που ολοκληρώθηκε μόλις πρόσφατα, με τους «καθηγητές-κριτές» να δίνουν μαθήματα ζωής και πειθαρχίας για μια αγορά που δεν υπάρχει τελικά στην Ελλάδα, τόσο διογκώνεται στο μυαλό μου η εικόνα του διψασμένου επαρχιώτη με το παχύ μουστάκι τη στιγμή που κλείνει το μάτι ζητώντας ένα δωμάτιο, δείχνοντας το απόκτημά του-λάφυρο, που σε λίγο θα γίνει δικό του έστω και με ημιδιαμονή.
Μαρία-Ελένη Σπυροπούλου
CityPress 22.02.2010