Πέμπτη, 30 Απριλίου 2009

Ενώ στην Ευρώπη ποινικοποιοιείται η "εκκλησία του δήμου"…

Μόνοι. Όσο πιο πολύ τόσο το καλύτερο. Ένας ακόμη ακρωτηριασμός της κοινωνικής ζωής ετοιμάζεται στα εργαστήρια της εξουσίας. Κι ας είχαν καταγγείλει τόσοι και τόσοι φιλόσοφοι και διανοητές την απομόνωση του σύγχρονου ανθρώπου. Το νέο αδίκημα είναι ιδιώνυμο και ονομάζεται αδίκημα του να είμαστε μαζί. Το ετοιμάζουν στα γαλλικά κυβερνητικά εργαστήρια, σύμφωνα με τον δημοσιογράφο Τιερί Λοντ. Και, με στόχο κυρίως τους εξεγερμένους μαθητές και φοιτητές, θα θέτει εκτός νόμου όσους θα συγκροτούν μια ομάδα, μια «συμμορία». Κι αν αυτή η συμμορία δεν έχει καμιά πρόθεση να κάνει αδικοπραξίες; Αυτό δεν θα έχει καμιά σημασία, αφού τις «πραγματικές» προθέσεις της θα τις κρίνει η κρατική εξουσία. Συμμορία χωρίς δράση. Ένοχοι χωρίς θύματα. Σήμερα οι νέοι. Και αύριο τι; Η επιστροφή στον δέκατο ένατο αιώνα; Τότε, οι κρατικές νομοθεσίες απαγόρευαν τις συναθροίσεις των εργαζομένων και των ανέργων. Όμως, σήμερα οι πολιτικοί επιστήμονες ονομάζουν δικτατορικές τις εξουσίες που εφευρίσκουν αδικήματα και θύτες χωρίς θύματα. Πάνω στα ίδια χνάρια με τα γαλλικά πειραματίζονται και τα γερμανικά κρατικά εργαστήρια για να αντιμετωπίσουν το φάσμα της κοινωνικής αναταραχής. Γιατί ο Μίκαελ Ζόμερ, αρχηγός της εργατικής ομοσπονδίας DGΒ, χαρακτηρίζει «κήρυξη πολέμου» τις πρόσφατες μαζικές απολύσεις εργαζομένων, που έχουν δημιουργήσει ένα κλίμα εκρηκτικό. Τις προάλλες, κάτω από το φάσμα της απόλυσης, εργαζόμενοι στο γαλλικό εργοστάσιο της γερμανικής Κοντινένταλ διέπραξαν το αδίκημα του να είναι μαζί: διάβηκαν τον Ρήνο και ενώθηκαν με τους Γερμανούς συναδέλφους τους σε μια διαδήλωση 3.000 ανθρώπων στην έδρα της εταιρείας στο Αννόβερο. Οι πολιτιστικές, πολιτικές και συνδικαλιστικές διαφορές τους ήταν κι αυτές εκεί, αλλά η οργή τους ήταν ευρωπαϊκή. «Για να μη γίνουν οι εργαζόμενοι τα κυριότερα θύματα μιας κρίσης για την οποία δεν είναι υπεύθυνοι, για να εμποδίσουν τις πολυεθνικές επιχειρήσεις να εκμεταλλεύονται τους εργαζόμενους μιας χώρας εις βάρος των εργαζομένων μιας άλλης, για να μην τις αφήσουν να επωφελούνται από την πιο κακοπληρωμένη εργασία και από την απουσία προστατευτικών μέτρων», γράφει ο Γάλλος δημοσιογράφος Μπερνάρ Γκιετά στην ελβετική εφημερίδα «Le Τemps», οι Ευρωπαίοι εργαζόμενοι πρέπει να είναι μαζί. Αυτό το «μαζί» είναι που ανησυχεί. Τόσο, που υποχρέωσε τον Γάλλο πρώην πρωθυπουργό Ντομινίκ ντε Βιλπέν να μιλήσει για «επαναστατικό κίνδυνο». Γιατί το συναίσθημα που κυριαρχεί είναι η οργή, καθώς εργαζόμενοι και άνεργοι νιώθουν πως πληρώνουν άδικα αυτοί τα σπασμένα της οικονομικής κρίσης, εγκαταλελειμμένοι από τις πολιτικές εξουσίες. Σε αυτές τις συνθήκες, οι πρωτομαγιάτικες εκδηλώσεις χαρακτηρίζονται φέτος «υψηλού κινδύνου». Για πρώτη φορά μάλιστα, τα γαλλικά συνδικάτα θα εμφανιστούν ενωμένα και θα ανταλλάξουν αντιπροσωπείες και με τα γερμανικά. Με αντίπαλο το αναχρονιστικό πολιτικό και κοινωνικό σύστημα το οποίο επιβιώνει εδώ και δύο αιώνες τρεφόμενο από την απομόνωση των ανθρώπων, για να διαπράξουν αυτό το νέο αδίκημα που είναι ιδιώνυμο και που ονομάζεται αδίκημα του να είμαστε μαζί
Ρούσσος Βρανάς
(«ΤΑ ΝΕΑ» 29-4-2009)

…στην Αργεντινή η λαϊκή πρωτοβουλία χτίζει την κοινωνική συνοχή με δημιουργικότητα, στα ερείπια των «ναών» της ασύδοτης ιδιωτικής πρωτοβουλίας

Ο Καρλ Μαρξ είχε προτρέψει τους εργαζομένους να σπάσουν τις αλυσίδες τους. Μεταφορικά. Στην Αργεντινή, μετά τη χρεοκοπία στην οποία οδήγησε τη χώρα ο νεοφιλελευθερισμός του προέδρου Μένεμ το 2001, οι εργαζόμενοι το κάνουν κυριολεκτικά. Σπάζουν τις αλυσίδες και τα λουκέτα, ανάβουν τα φώτα και ξαναβάζουν μπροστά τις επιχειρήσεις που εγκατέλειψαν οι ιδιοκτήτες τους φυγαδεύοντας τα κεφάλαιά τους στο εξωτερικό. Το ξενοδοχείο πολυτελείας "Μπάουεν", στο Μπουένος Άιρες, έχει γίνει το σύμβολο του αγώνα τους. Από τότε που το έκλεισαν οι ιδιοκτήτες του, το 2003, τελεί υπό κατάληψη κι έχει γίνει μια επικερδής επιχείρηση που απασχολεί 150 εργαζομένους. Είκοσι όροφοι από χάλυβα και ατσάλι υποδέχονται χιλιάδες τουρίστες κάθε χρόνο. Δύσκολα μπορεί να πιστέψει κανείς πως αυτός ο αστραφτερός ναός της φιλοξενίας είναι κατειλημμένος και λειτουργεί υπό τη διεύθυνση μιας ομάδας εργαζομένων που έχουν κηρυχθεί παράνομοι. Όμως στο Μπουένος Άιρες αυτό δεν είναι κάτι σπάνιο. Περισσότερες από 200 επιχειρήσεις απασχολούν συνολικά 12.000 εργαζομένους, που τις κατέλαβαν όταν οι ιδιοκτήτες τους προσπάθησαν να τους εκβιάσουν βάζοντας λουκέτο. Οι ιδιοκτήτες κατηγορούν τους εργαζομένους για διακεκριμένη κλοπή. Όμως αυτοί επιμένουν ότι απλώς ασκούν το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμά τους στην εργασία. Σύμφωνα με την εφημερίδα «Γκάρντιαν», ανάμεσα στα εργοστάσια που έχουν καταληφθεί και διευθύνονται από τους εργαζομένους που τα δουλεύουν, ξεχωρίζουν η Ενιαία Συνεργατική Δέρματος, η Ενιαία Ναυπηγοεπικευαστική, τα Σφαγεία Γιαγκουάνε, τα Τρόφιμα Γκέλκο και η Συνεργατική Χαλυβουργία Βιέιτες. Κανείς δεν πίστευε, μέχρι πριν από μερικά χρόνια, πως αυτοί οι τολμηροί εργαζόμενοι θα τα έβγαζαν πέρα. «Δεν ξέραμε πώς θα τα καταφέρναμε χωρίς αφεντικά, αλλά τελικά αποδείξαμε πως μπορούμε να πάμε μπροστά», λέει ο Αντριέν Σεράνο, που εργαζόταν 25 χρόνια στη σοκολατοποιία Αρουφάτ, όταν ο ιδιοκτήτης της την εγκατέλειψε τον Ιανουάριο. Όταν μάλιστα τους έκοψε το ρεύμα, οι εργαζόμενοι δανείστηκαν από έναν γείτονα. Μπόρεσαν όμως να ανταποκριθούν στη ζήτηση και σήμερα κερδίζουν όσα τους επιτρέπουν να διατηρήσουν τη δουλειά τους. «Δεν είμαστε κλέφτες», λέει ο Σεράνο. «Το μόνο που θέλουμε είναι να έχουμε δουλειά».
Η άποψη των παλιών αφεντικών και των δικαστικών αρχών είναι φυσικά διαφορετική. Έτσι κι αλλιώς ήταν αναπόφευκτο να βρεθούν αυτοί οι εργαζόμενοι αντιμέτωποι με το σύστημα. Όμως είναι δύσκολο να πει κανείς ποιος είναι ο κλέφτης και ποιος ο νοικοκύρης, αφού οι εργαζόμενοι μάταια περιμένουν ακόμη να πάρουν τους μισθούς που τους χρωστούν τα παλιά αφεντικά τους- όπως το ίδιο μάταια περιμένει και η κυβέρνηση να πάρει τους χρωστούμενους φόρους. Σήμερα που η οικονομική κρίση ξαναχτυπάει την Αργεντινή, γράφει ο δημοσιογράφος Ανίλ Μούντρα, παρατηρείται ένα νέο κύμα καταλήψεων. Το τελευταίο τετράμηνο έχουν καταληφθεί περισσότερα εργοστάσια από όσα τα τελευταία τέσσερα χρόνια, από αυτό το συνεταιριστικό κίνημα των εργαζομένων που η εφημερίδα «Γκάρντιαν» χαρακτηρίζει εργατική επανάσταση της Αργεντινής».
Ρούσσος Βρανάς
(«ΤΑ ΝΕΑ»)