Κυριακή, 26 Δεκεμβρίου 2010

Γιατί δεν στέλνουμε πια χριστουγεννιάτικες κάρτες...


Τόσο άδεια τα γραµµατοκιβώτιά µας δεν ήταν ποτέ τέτοιες χρονιάρες µέρες. Ποιος µπαίνει σήµερα στον κόπο να γράψει και να στείλει χριστουγεννιάτικες κάρτες; Ακόµη και ο συνάδελφος και φίλος Cbetin δεν µου έστειλε µια κάρτα γραµµένη σε πραγµατικό και µοσχοµυριστό χαρτί αλλά στο e-mail (http://www.voterightga. org/JokeBox.htm). Οι µόνοι που στέλνουν σήµερα ευχετήριες κάρτες είναι τα σούπερ µάρκετ και οι πιτσαδόροι. Μόνο οι Άγγλοι επιµένουν παραδοσιακά (άλλωστε Άγγλος ήταν εκείνος που επινόησε την πρώτη χριστουγεννιάτικη κάρτα το 1843). Γι’ αυτό η Κέιτ Τζούλιαν λέει στο περιοδικό «Σλέιτ» πως τα Χριστούγεννα του 2010 θα κηρυχθεί και επισήµως νεκρή η χριστουγεννιάτικη κάρτα. Ποιος την σκότωσε; Και γιατί; Η συγγραφέας απαριθµεί τις αιτίες. Η λιτότητα. Γιατί να ξοδέψει κάποιος λεφτά για ένα κοµµάτι χαρτί που σε µια δυο εβδοµάδες θα το πετάξει στα σκουπίδια; Ο θάνατος του σηµειωµατάριου. Κανείς δεν σηµειώνει πια τις διευθύνσεις των φίλων του όπως άλλοτε, επειδή σήµερα υπάρχουν πιο εύκολοι τρόποι για να επικοινωνήσει µαζί τους. Ο θρίαµβος της ηλεκτρονικής κάρτας. Είναι άλλωστε δωρεάν. Όλως τι πρέπει να κάνει κάποιος µε αυτήν; Να την τυπώσει από το κοµπιούτερ του και να την κολλήσει στον τοίχο; Ο ελεύθερος χρόνος. Σήµερα πια είναι λιγοστός. Ποιος έχει διάθεση να ξενυχτήσει γράφοντας κάρτες και σαλιώνοντας φακέλους; Το facebook. Μέσα από αυτό καθένας (ακόµη και αυτοί που δεν θα έπρεπε) ξέρει πού βρίσκονται οι φίλοι του κάθε µέρα του χρόνου. Δεν πάει πολύς καιρός που οι άνθρωποι διάλεγαν µια κάρτα που τους άρεσε από ένα βιβλιοπωλείο, έγραφαν σε αυτήν κάτι και την έστελναν µε το ταχυδροµείο. Από τότε που τα κοµπιούτερ, το Ιντερνέτ και το e-mail µπήκαν για τα καλά στα σπίτια µας, η χριστουγεννιάτικη κάρτα έχει πάψει πια να είναι µια ξεχωριστή ευχή ενός προσώπου προς ένα άλλο. Και έχει γίνει µια µαζική ευχή, σαν κι εκείνες που στέλνουν οι πολιτευτές πριν από τις εκλογές προς άγραν πελατείας. Σήµερα πια πληκτρολογούµε πολύ περισσότερες ώρες από όσες γράφουµε. Θα ξεχάσουµε άραγε κάποτε ολότελα τη γραφή; Θα έρθει κάποια µέρα που θα µας είναι αχρείαστη; Όσοι το αισθάνονται αυτό σαν απειλή δεν λένε να ξεχάσουν τη γλυκιά µυρωδιά του χαρτιού και του µελανιού. Ο κάλος που µε τα χρόνια ξεφύτρωσε στο µεσαίο τους δάχτυλο, εκεί που ακουµπούσαν την πένα ή το µολύβι, και που τον χαϊδεύουνα κόµη, δεν παύει να τους την υπενθυµίζει. Όχι όµως και στα παιδιά τους. Τα παιδιά τους ξέρουν να στέλνουν SMS, αλλά δεν ξέρουν να γράφουν. Κι ας έχουν καταλήξει οι εκπαιδευτικοί πως το γράψιµο µπορεί να τα βοηθήσει να εκφράζουν καλύτερα τη σκέψη τους. Η γραφή µπορεί κάποτε να µη µας χρησιµεύει πια ούτε καν για την υπογραφή µας, όταν ακόµη κι αυτή η τελευταία «ταυτότητα» που θα µας έχει αποµείνει θα έχει αντικατασταθεί από κάποιον ηλεκτρονικό κωδικό.
Ρούσσος Βρανάς
«ΤΑ ΝΕΑ»