Σάββατο, 3 Απριλίου 2010

"Οι δούλοι να υπακούετε στους κατά σάρκα κυρίους με φόβο και τρόμο, με ευθύτητα και ειλικρίνεια της καρδιάς σας, σαν να υπακούετε στο Χριστό"


Η Ρώμη ήθελε τους δούλους υπάκουους στους κυρίους τους αφού ήταν μία δουλοκτητική κοινωνία, της οποίας η γεωργική παραγωγή και εν γένει η οικονομία, στηριζόταν αποκλειστικά στην εργασία των σκλάβων. Στη ρωμαϊκή επικράτεια δεν υπήρχαν παρά ελάχιστοι ελεύθεροι μικροκαλλιεργητές. Η γη ανήκε στο μεγαλύτερο ποσοστό στους Ρωμαίους φεουδάρχες. Τα τεράστια κτήματά τους ονομάζονταν «λατιφούντια» και σε καθένα από αυτά εργάζονταν πολλές χιλιάδες δούλων. Οι παλαιότερες εξεγέρσεις δούλων, της Σικελίας το 137 π.Χ. με ηγέτες τους Έλληνες Εύνο και Κλέωνα, της Περγάμου το 130 π.Χ. με επικεφαλής τον Αριστόνικο, όπως και εκείνη που είχε επικεφαλής τον Έλληνα μονομάχο Σπάρτακο [1] το 72 π.Χ., που απείλησε ακόμα και την ίδια την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας, είχαν κάνει τους Ρωμαίους δουλοκτήτες ιδιαίτερα προσεκτικούς και καταπιεστικούς. Η δε Ρώμη ζούσε πάντα με τον φόβο μίας νέας εξέγερσης. Ωστόσο, μόνο ο απόστολος Παύλος συνέλαβε την «θεόπνευστη» ιδέα να ανακηρύξει και τους δουλοκτήτες «ελέω Θεού», σαν να ήταν η δουλεία θεϊκό θέλημα και οι ιδιοκτήτες σκλάβων θεάρεστοι για αυτή τους τη θέση. Για πρώτη φορά η δουλεία καθαγιαζόταν και θεωρούνταν θεία συνθήκη, χάρη στον Παύλο και αυτό βρισκόταν σε κάθετη αντίθεση με την Ελληνική Παιδεία, η οποία δίδασκε μέσω του θεάτρου, ότι: «Από τη δουλεία κακό μεγαλύτερο για τους ανθρώπους δεν υπάρχει»[2]. Ο Παύλος, λοιπόν, φρόντισε να περιφρουρήσει τα «θεόθεν» δικαιώματα των δουλοκτητών με τις παρακάτω ευαγγελικές ρήσεις:«Οι δούλοι υπακούετε τοις κυρίοις κατά σάρκα μετά φόβου και τρόμου εν απλότητι της καρδίας υμών ως τω Χριστώ»[3]. [Οι δούλοι να υπακούετε στους κατά σάρκα κυρίους με φόβο και τρόμο, με ευθύτητα και ειλικρίνεια της καρδιάς σας, σαν να υπακούετε στο Χριστό. Δηλαδή, οι ιδιοκτήτες σκλάβων (ακόμα και οι «ειδωλολάτρες») που εκείνη την εποχή ήταν οι πλούσιοι Ρωμαίοι φεουδάρχες, στα μάτια των σκλάβων τους έπρεπε να μοιάζουν όπως ο Χριστός, όπως ο ίδιος ο Θεός του Παύλου δηλαδή!
Και στη συνέχεια ακολουθούν τα πλέον μισάνθρωπα και εθελόδουλα κηρύγματα που γράφτηκαν ποτέ, από το χέρι ενός εβραϊκής καταγωγής Ρωμαίου πολίτη που ήθελε να εμφανίζεται ως «θεόπνευστος». Αν είναι δυνατόν ποτέ, ο πανάγαθος και δίκαιος Θεός (κατά τους πλατωνικούς) να ευλογεί τη δουλεία. Και όμως, ο θεός του Παύλου, απ’ ό,τι φαίνεται, την ευλογούσε και την καθαγίαζε:«μη κατ’ οφθαλμοδουλίαν ως ανθρωπάρεσκοι, αλλ’ ως δούλοι του Χριστού, ποιούντες το θέλημα του Θεού εκ ψυχής, μετ’ ευνοίας δουλεύοντες ως τω Κυρίω και ουκ ανθρώποις, ειδότες ότι δ’ εάν τι έκαστος ποιήση αγαθόν, τούτο κομιείται παρά του Κυρίου, είτε δούλος είτε ελεύθερος»[4]. Αποδίδει ο Π. Ν. Τρεμπέλας: «Όχι με δουλείαν πλαστήν, που γίνεται μόνο για τα μάτια εφ’ όσον σας βλέπουν οι κύριοι, όπως κάνουν αυτοί, που ζητούν να αρέσουν στους ανθρώπους, αλλ’ ως δούλοι του Χριστού εκτελούντες το θέλημα του Θεού από μέσα από την ψυχήν σας, με ειλικρίνειαν και προθυμίαν, με ενδιαφέρον και καλήν διάθεσιν, σαν να δουλεύετε εις τον Κύριον και όχι εις ανθρώπους. Να ξεύρετε δε, ότι οποιονδήποτε καλόν κάμη κάθε άνθρωπος, τούτο και θα πάρη πάλιν από τον Κύριον, ο οποίος θα τον ανταμείψη δι’ αυτό είτε δούλος είναι είτε ελεύθερος». Απίστευτα πράγματα! Για τον Παύλο φαίνεται να μην είναι αρκετό που κάποιοι δυστυχισμένοι άνθρωποι υποδουλώθηκαν, είτε εξαιτίας του πολέμου είτε άλλης ατυχίας και από κύριοι του εαυτού τους κατάντησαν ανδράποδα, αλλά απαιτεί κιόλας από τους δούλους να είναι σκλάβοι κατά συνείδηση και όχι απλά να υποκρίνονται τους υπάκουους. Φτάνει μάλιστα στο σημείο να τους ζητά να εκτελούν τις εντολές των δουλοκτητών σαν να ήταν θέλημα του ίδιου του Θεού!
Και εμείς οι δημοκρατικοί πολίτες τι στάση άραγε πρέπει να κρατήσουμε απέναντι σε αυτά τα κηρύγματα; Να τα αποδεχτούμε ως «θεόπνευστα» και να τα προσπεράσουμε; Να προσπαθήσουμε να βρούμε αλληγορική σημασία που δεν υπάρχει μόνο και μόνο για να δικαιολογήσουμε τον μεγαλύτερο υπερασπιστή της δουλείας, τον Παύλο; Ή μήπως πρέπει να συνταχτούμε με τον εθνικό μας ποιητή Κάλβο, που έγραψε: «θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία»! Διότι αν η ελευθερία θέλει τόλμη και αρετή, αυτές οι δύο ιδιότητες δεν υπάρχουν στον Χριστιανισμό, παρά «φόβος και τρόμος»! Εμείς λοιπόν θα κρατήσουμε την τόλμη και την αρετή, όπως αρμόζει σε απογόνους Ελλήνων και τέκνα ελεύθερων ανθρώπων, και θα χαρίσουμε τη συνειδητοποιημένη δουλεία στους οπαδούς του Παύλου! Γιατί όσοι πείθονται από τον Παύλο είναι άξιοι της όποιας μοίρας τους!
Ωστόσο η διαστροφή κορυφώνεται στην πρώτη επιστολή του Παύλου προς τον Τιμόθεο. Εκεί ο κήρυκας υπέρ της δουλοκτησίας αναφέρει:
«Όσοι εισίν υπό ζυγόν δούλοι, τους ιδίους δεσπότας πάσης τιμής αξίους ηγείσθωσαν, ίνα μη το όνομα του Θεού και η διδασκαλία βλασφημείται. οι δε πιστούς έχοντες δεσπότας μη καταφρονείτωσαν, ότι αδελφοί εισιν, αλλά μάλλον δουλευέτωσαν, ότι πιστοί εισι και αγαπητοί οι της ευεργεσίας αντιλαμβανόμενοι»[5].
Αποδίδει ο Π. Ν. Τρεμπέλας: «Όσοι είναι δούλοι κάτω από την πιεστικήν δουλείαν απίστων κυρίων, ας θεωρούν τους δεσπότας των αξίους κάθε τιμής, δια να μη δίδουν με την δυστροπίαν των αφορμήν να συκοφαντήται και περιϋβρίζεται το όνομα του Θεού και η διδασκαλία του ευαγγελίου. Εκείνοι δε, που έχουν δεσπότας πιστούς Χριστιανούς, ας μη τους καταφρονούν, λαμβάνοντες θάρρος από το ότι είναι εν Χριστώ αδελφοί. Αλλά ας δουλεύουν περισσότερον, διότι αυτοί, που απολαμβάνουν την καλήν δουλειάν της προθύμου υπηρεσίας των, είναι και αυτοί πιστοί και αγαπητοί». Αλήθεια που υπήρξε επαναστατικός ο Χριστιανισμός; Εδώ οι χριστιανοί δούλοι που έχουν «ειδωλολάτρες» δεσπότες συμβουλεύονται να είναι υπάκουοι για να μην τεθεί σε κίνδυνο η χριστιανική οργάνωση θεωρούμενη ως αντικαθεστωτική, οι άλλοι δε που έχουν χριστιανούς δεσπότες (δουλοκτήτες) παροτρύνονται να τους δουλεύουν ακόμα περισσότερο! Στην οργάνωση του Παύλου ήταν συμφέρον του δούλου να έχει «ειδωλολάτρη» κύριο, διότι έτσι ο απόστολος απαιτούσε κανονική εργασία από τον σκλάβο, και τον δουλοκτήτη τον συνέφερε να γίνει χριστιανός διότι τότε οι χριστιανοί δούλοι του θα του δούλευαν περισσότερο ύστερα από την παραπάνω προτροπή του Παύλου. Και ρωτάμε; Ποιους συνέφερε ο Χριστιανισμός; Τους δούλους ή τους δεσπότες τους; Ποιων τα συμφέροντα υπερασπιζόταν; Των δούλων ή των δεσποτών; Και γιατί ακόμα και σήμερα οι μητροπολίτες ονομάζονταν δεσπότες; Θέλουν μήπως να μας υπενθυμίζουν τι είμαστε εμείς για εκείνους; Θα απαντήσουμε πάνω σε αυτό: Είμαστε πρόβατα και δούλοι! Έτσι δεν μας ονομάζουν; Έτσι δεν μας αποκαλούν στη βάφτιση, στο γάμο, στην κηδεία; Και εμείς γιατί το ανεχόμαστε; Αλληγορικά μας βρίζουν, αλληγορικά μας προσβάλλουν; Αλληγορικά διαφθείρουν με αυτόν τον τρόπο την αξιοπρέπειά μας; Όλα είναι μία αλληγορία;. Ο Δημήτρης Ι. Κυρτάτας στον πρόλογο που έγραψε στο βιβλίο του Τζέφρυ ντε Σαιντ Κρουά, «Ο Χριστιανισμός και η Ρώμη»[6], σημειώνει:
«Σύντομα όμως δεν ήταν λίγοι οι δάσκαλοι του χριστιανισμού που αποδέχτηκαν πολλές από τις κυρίαρχες ιδεολογίες του ελληνορωμαϊκού κόσμου· και αυτές δεν ήταν άλλες από τις ιδεολογίες των κυρίαρχων τάξεων. Τούτο είναι ιδιαιτέρως εμφανές στον τρόπο με τον οποίο προπαγάνδισαν την υποταγή στις κοσμικές εξουσίες. Στο ζήτημα πάλι της δουλείας, οι χριστιανοί δεν έδειξαν καμία κοινωνική ευαισθησία και δεν προέβαλαν κανένα μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα».

[1] Η ελληνική καταγωγή του Σπάρτακου είναι αναμφισβήτητη, αν και κάποιοι εκ των υστέρων προσπάθησαν να τον παρουσιάσουν μέχρι και… Εβραίο. Ο Πλούταρχος γράφει σχετικά: «…διάλεξαν τρεις αρχηγούς, από τους οποίους πρώτος ήταν ο Σπάρτακος, άνδρας που καταγόταν από τη Θράκη, από το Μαιδικό γένος, και δεν είχε μόνο υψηλό φρόνημα και δύναμη, αλλά η σύνεση και η ηρεμία του τον έκαναν ανώτερο από την τύχη του και πιο Έλληνα από τη γενιά του (και του γένους ελληνικώτερος)» («Βίοι Παράλληλοι», Κράσσος, 8. 3-4, εκδόσεις «Κάκτος», Αθήνα 1993.
[2] Σοφοκλής, «Αίας», στίχοι 486-490:«ουκ έστιν ουδέν μείζον ανθρώποις κακόν.εγώ δ’ ελευθέρου μεν εξέφυν πατρός,είπερ τινός σθένοντος εν πλούτω Φρυγών×νυν δ’ ειμί δούλη».
[3] Παύλος, «Προς Εφεσίους», στ΄ 5.
[4] Παύλος, «Προς Εφεσίους», στ΄ 6-8.
[5] Παύλος, «Προς Τιμόθεον Α΄», στ΄ 1-2.
[6] G. E. M. DE STE. CROIX, «Ο Χριστιανισμός και η Ρώμη», σελίδα xvi, εκδόσεις «Μ.Ι.Ε.Τ.», Αθήνα 2005.
Στέφανος Μυτιληναίος