Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2009

Ο εκφυλισμός του «αμερικάνικου ονείρου» στον κυνισμό της «Ομπάμαβιλ»


Οι στρατιές των ανέργων και η αδιαφορία της Ουάσιγκτον
Ελλείψει ενός σοβαρού κεϊνσιανού «δικτύου ασφαλείας» στις ΗΠΑ και με δεδομένες τις μαζικές περικοπές κοινωνικών δαπανών, ανεργία σημαίνει φτώχεια ακόμη και για εξειδικευμένους, μορφωμένους εργαζομένους της μεσαίας τάξης, οι οποίοι προτού χάσουν τη δουλειά τους απολάμβαναν το «αμερικανικό όνειρο». Την περασμένη Δευτέρα, μιλώντας ενώπιον ενός εκλεκτού ακροατηρίου επιχειρηματιών στο Σεντ Λιούις, ο κορυφαίος οικονομικός σύμβουλος του προέδρου Ομπάμα- και πρώην υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησης Κλίντον- ο Λόρενς Σάμερς είπε μιαν αλήθεια την οποία οι περισσότεροι Αμερικανοί δεν τολμούν να ξεστομίσουν, ότι δηλαδή ακόμη και αν έρθει σύντομα η πολυσυζητημένη «ανάκαμψη», οι στρατιές των αμερικανών ανέργων (που ξεπέρασαν για πρώτη φορά στην ιστορία τα 15 εκατομμύρια και για πρώτη φορά μεταπολεμικά το «κατώφλι» του 10%) θα αργήσουν πολύ να ξαναβρούν δουλειά, ενώ πολλοί από αυτούς δεν θα ξαναεργασθούν ποτέ! Είχε προηγηθεί η δημοσίευση μιας νέας μελέτης, που δείχνει ότι οι περισσότερες από τις θέσεις εργασίας που χάθηκαν λόγω της ύφεσης δεν θα ανακτηθούν πριν από το 2012 ή και πέρα από αυτό... Αφού πρώτα μίλησε για τη «σημαντική πρόοδο» της οικονομίας, κάνοντας ειδική αναφορά στην επιστροφή του τραπεζικού κλάδου στην (υπερ)κερδοφορία και στο πρόσφατο «ράλι» των χρηματιστηρίων, ο κ. Σάμερς παρουσίασε στοιχεία που δείχνουν ότι η υψηλή ανεργία είναι πλέον «δομική» και όχι απλώς ένα στοιχείο του επιχειρηματικού κύκλου: και αυτό γιατί οι περίοδοι των «παχιών αγελάδων» δεν δημιουργούν πια τόσο πολλές νέες θέσεις όπως παλιά- ενώ η καταστροφική δύναμη των υφέσεων παραμένει αναλλοίωτη για την αγορά εργασίας. Η περίοδος καλπάζουσας ευημερίας της πρώτης οκταετίας του 21ου αιώνα δημιούργησε μόλις το εν τρίτον των θέσεων που είχε δημιουργήσει η αντίστοιχη περίοδος της δεκαετίας του 1990, είπε το δεξί χέρι του Ομπάμα. Στην ουσία, ο κ. Σάμερς είπε ότι καλό θα είναι να συνηθίσουν όλοι στην ιδέα της μονίμως υψηλής ανεργίας στις ΗΠΑ για τα επόμενα χρόνια. Πάνε τα ψευδοκεϊνσιανά κηρύγματα των περασμένων μηνών, που αποδείχθηκαν απλώς τεχνάσματα για να πεισθεί η κοινή γνώμη να υποστηρίξει την πολιτική υψηλών ελλειμμάτων και τα τεράστια πακέτα «τόνωσης» των τραπεζών και των μεγάλων επιχειρήσεων, ύψους αρκετών τρισεκατομμυρίων, που πέρασε ο Ομπάμα: ο Τζον Μέιναρντ Κέινς άλλωστε υποστήριζε την πολιτική υψηλών ελλειμμάτων ως αναγκαίο τίμημα για τη μείωση της ανεργίας και ει δυνατόν την πλήρη απασχόληση, σε συνδυασμό με τη δημιουργία ενός κράτους πρόνοιας με καθολική κάλυψη του πληθυσμού- και όχι, φυσικά, για τα όσα δραματικά συμβαίνουν στη σύγχρονη Αμερική των εκρηκτικών ανισοτήτων. Διαβάζοντας πιο προσεκτικά την ομιλία του Σάμερς, βλέπουμε ότι ο διευθυντής του Εθνικού Οικονομικού Συμβουλίου, όπως και ο υπουργός Τίμοθι Γκάιτνερ και φυσικά ο ίδιος ο Ομπάμα, αντιμετωπίζει την έκρηξη της αμερικανικής ανεργίας (7,2 εκατομμύρια χαμένες θέσεις μέσα σε έναν χρόνο, εκ των οποίων 263.000 απωλέσθηκαν μόνο τον περασμένο Σεπτέμβριο!) περίπου σαν αναγκαίο κακό, σαν έναν επιπλέον πονοκέφαλο για την κυβέρνηση και τις επιχειρήσεις. Κάθε επιπλέον μονάδα στο ποσοστό ανεργίας, κατά τον «σοφό» Σάμερς «επιβαρύνει το εθνικό χρέος και μειώνει την αποδοτικότητα του κεφαλαίου»! Στην πραγματικότητα, βέβαια, συμβαίνει το αντίθετο: οι μεγάλες αμερικανικές επιχειρήσεις θέλουν την υψηλή ανεργία, αφού ένας από τους νόμους του καπιταλισμού λέει ότι ο φόβος της άμεσης απώλειας της εργασίας είναι ο καλύτερος τρόπος για να υποχρεώνεις τον εργαζόμενο να απασχολείται περισσότερο και για λιγότερα χρήματα... Η περίφημη «αναδιάρθρωση» της αμερικανικής αυτοκινητοβιομηχανίας, όπου μερικά από τα ισχυρότερα και μακροβιότερα εργατικά συνδικάτα των ΗΠΑ έδωσαν «γη και ύδωρ», εγκαταλείποντας σειρά κεκτημένων δικαιωμάτων για να προστατέψουν- για πόσο άραγε;- τις δουλειές τους, είναι η καλύτερη απόδειξη για αυτό. Η αποστασιοποίηση Σε μια περαιτέρω απόδειξη της πλήρους αποστασιοποίησης της σημερινής κυβέρνησης από το πνεύμα του Κέινς και του Ρούζβελτ, ο Σάμερς διαβεβαίωσε τους ζάπλουτους ακροατές του ότι η Ουάσιγκτον δεν σκοπεύει να παρουσιάσει κάποιο νέο πρόγραμμα δημοσίων έργων μεγάλης κλίμακας- το μόνο μέσο που απομένει στην κυβέρνηση για να δώσει δουλειά στα εκατομμύρια των ανέργων. «Όλες οι πολιτικές μας για την ενίσχυση της οικονομικής ανάπτυξης θα περνούν μέσα από την αγορά- και δεν θα αντιτίθενται σε αυτήν» δήλωσε καταχειροκροτούμενος. Εν συνεχεία ο «σοφός» υπερασπίστηκε ολόψυχα το πρόγραμμα στήριξης των τραπεζών (ΤΑRΡ), αλλά διαβεβαίωσε τους «μπίζνεσμεν» ότι η κυβέρνηση δεν θα προχωρήσει σε «δημοσιονομικώς ανεύθυνα» μέτρα για να κάμψει την επέλαση της ανεργίας. Οι επιχειρηματίες γνωρίζουν άλλωστε «από μέσα» ότι ο Λευκός Οίκος, κατόπιν συμβουλών του Σάμερς και του έτερου υπουργού Οικονομικών του Κλίντον, του Μπομπ Ρούμπιν , τους ετοιμάζει ένα ακόμη «δωράκι»: στην ουσία, ο κ. Σάμερς προτείνει την επιδότηση κάθε νέας πρόσληψης με 3.000 δολάρια σε φοροαπαλλαγές για τους εργοδότες- χωρίς ωστόσο καμία εγγύηση για την παραμονή των προσληφθέντων στην επιχείρηση. Σημειώνεται ότι το (Δημοκρατικό) Κογκρέσο είχε απορρίψει πέρυσι τέτοιον καιρό αντίστοιχη πρόταση της κυβέρνησης Μπους, με το επιχείρημα ότι οι επιχειρήσεις θα το χρησιμοποιούσαν για να τσεπώσουν τα χρήματα και στη συνέχεια θα απέλυαν τους εργαζομένους... Ενώ όμως το οικονομικό επιτελείο συνεχίζει να διανέμει τα χρήματα των φορολογουμένων στις τσέπες των πλουσιότερων Αμερικανών, αδιαφορώντας για τις χαίνουσες «μαύρες τρύπες» στο δημόσιο ταμείο, η πραγματική κατάσταση στην αγορά εργασίας είναι ακόμη χειρότερη από αυτήν που παρουσιάζεται στα επίσημα έγγραφα. Το ποσοστό ανεργίας του 9,8% είναι πλασματικό, αφού αφορά μόνο τους αναζητούντες εργασία: αν προστεθούν σε αυτό οι άνθρωποι που έχουν εγκαταλείψει πλέον την προσπάθεια να βρουν δουλειά και οι ημιαπασχολούμενοι (part time) που αδυνατούν να εξασφαλίσουν πλήρη απασχόληση, το ποσοστό εκτινάσσεται σύμφωνα με το υπουργείο Εργασίας στο ασύλληπτο...17% του εργατικού δυναμικού! Για κάθε θέση εργασίας που «ανοίγει» στις ΗΠΑ αντιστοιχούν σήμερα 6,3 αιτήσεις. Την περασμένη εβδομάδα, 10.000 άνεργοι εργάτες συνωστίστηκαν στον προαύλιο χώρο του εργοστασίου της General Εlectric στο Λουισβίλ του Κεντάκι, για να διεκδικήσουν 90 θέσεις εργασίας με τον εξαιρετικά χαμηλό για τα αμερικανικά δεδομένα μισθό των 13 δολαρίων την ώρα. Η ίδια απασχόληση στο ίδιο εργοστάσιο αμειβόταν ως την περασμένη άνοιξη με 19 δολάρια την ώρα - ενώ 900 άλλοι άνεργοι διαγκωνίστηκαν μία εβδομάδα νωρίτερα για 13 θέσεις τεχνικών στο ίδιο εργοστάσιο! Και λίγες ημέρες νωρίτερα, σχεδόν 50.000 οικογένειες στο Ντιτρόιτ διεκδίκησαν τη συμμετοχή τους σε ένα πρόγραμμα κυβερνητικής επιδότησης ώστε να μπορέσουν να αποπληρώσουν τους λογαριασμούς και το ενοίκιό τους για να μην καταλήξουν, όπως τόσα εκατομμύρια άλλοι, στις τεντουπόλεις, στα τροχόσπιτα και στα αυτοκίνητα... Και μόνο το γεγονός ότι οι καταυλισμοί αστέγων που φυτρώνουν σαν μανιτάρια στα περίχωρα των μεγαλουπόλεων αποκαλούνται σκωπτικά «Ομπάμαβιλ», όπως πριν από 80 χρόνια αποκαλούνταν «Χούβερβιλ» προς τιμήν του «προέδρου του Κραχ» Χέρμπερτ Χούβερ, λέει πολλά για το επίπεδο της απογοήτευσης των αμερικανών πολιτών από το πρώτο εννεάμηνο διακυβέρνησης του νέου προέδρου. Η νεανική ανεργία Όσο για την νεανική ανεργία, στην κατηγορία 16-24 ετών, εκεί τα πράγματα έχουν ξεφύγει από κάθε έλεγχο: στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού «ΒusinessWeek», μιας από τις «βίβλους» του αμερικανικού καπιταλισμού, φιλοξενείται εκτενές δημοσίευμα για τη «Χαμένη Γενιά» («Lost Generation») των νέων αμερικανών εργαζομένων το οποίο αναφέρει ότι μόλις το 46% των διατεθειμένων να εργαστούν νεαρών έχει σήμερα δουλειά- το χαμηλότερο ποσοστό από το 1948, όταν η κυβέρνηση άρχισε να μετράει επισήμως τα ποσοστά ανεργίας... Ελλείψει ενός σοβαρού κεϊνσιανού «δικτύου ασφαλείας» στις ΗΠΑ, και με δεδομένες τις μαζικές περικοπές κοινωνικών δαπανών σε ομοσπονδιακό και πολιτειακό επίπεδο, ανεργία σημαίνει φτώχεια- ακόμη και για εξειδικευμένους, μορφωμένους εργαζόμενους της μεσαίας τάξης, ο οποίοι ώσπου να χάσουν τη δουλειά τους απολάμβαναν το «αμερικανικό όνειρο». Σύμφωνα με τα τελευταία επίσημα στοιχεία του ομοσπονδιακού Γραφείου Απογραφής (Census Βureau), μία στις οκτώ αμερικανικές οικογένειες και ένα στα τέσσερα παιδιά ζουν σήμερα κάτω από τα επίσημα όρια φτώχειας.
Γ. Τσιάρας, 25 Οκτωβρίου 2009
http://www.tovima.gr/

Σχόλιο: Θα μεταναστεύσει και στην Ευρώπη ο κυνισμός της "Ομπάμαβιλ";