Το παρόν κείμενο εξετάζει τη μετατόπιση της κοσμοαντίληψης του Θείου από την αρχαία Ελληνική θεώρηση της Φύσεως ως ιερής και εμψυχωμένης ολότητας προς τη νεωτερική αντίληψη της φύσης ως μηχανιστικού αντικειμένου προς έλεγχο. Μέσα από τη συγκριτική ανάγνωση αποσπασμάτων των Fritjof Capra, Αριστοτέλη, Ολυμπιόδωρου και Giordano Bruno, επιχειρείται να αναδειχθεί η γνωσιολογική και οντολογική ρήξη ανάμεσα στη σοφία ως εναρμόνιση με τη φυσική τάξη και τη γνώση ως δύναμη κυριαρχίας επί της φύσης.
Η αρχαία Ελληνική σκέψη αντιλαμβανόταν το Θείον ως έμφυτη δύναμη της Φύσεως και όχι ως εξωτερική, υπερβατική αρχή. Ο άνθρωπος, ως μέρος του φυσικού Όλου, όφειλε να εναρμονίζει τη ζωή του με την κοσμική τάξη, την οποία η φιλοσοφία και η επιστήμη είχαν ως σκοπό να κατανοήσουν και να σεβαστούν. Όπως σημειώνει ο φυσικός Fritjof Capra, οι αρχαίοι καλλιεργούσαν την επιστήμη «για τη δόξα του Θεού», επιδιώκοντας τη σοφία και όχι την κυριαρχία επί της φύσης (1).
Από τον 17ο αιώνα και εξής, ωστόσο, με τον Francis Bacon και την άνοδο του ορθολογισμού, η γνώση μετατράπηκε σε εργαλείο ελέγχου, εγκαινιάζοντας ένα νέο, ανθρωποκεντρικό και μηχανιστικό παράδειγμα. Στην αρχαία Ελληνική κοσμοαντίληψη, το Θείον δεν είναι μια αφηρημένη ή υπερβατική έννοια· είναι διάχυτο σε κάθε μορφή ζωής. Ο Αριστοτέλης το διατυπώνει καθαρά: «Πάντα γαρ φύσει έχει τι θείον» (Ηθικά Νικομάχεια, 1153b,30–32) (2).
Η ρήση αυτή δεν υποδηλώνει απλώς έναν πανθεϊστικό στοχασμό, αλλά την πεποίθηση ότι η φύση ενσωματώνει λογική, ρυθμό και σκοπό — μια εσωτερική ιερότητα που καθιστά τον κόσμο μέτρο του ίδιου του θείου Λόγου. Αντίστοιχα, ο νεοπλατωνικός φιλόσοφος Ολυμπιόδωρος ο Νεώτερος (5ος–6ος αι. μ.Χ.) επισημαίνει πως οι φιλόσοφοι δεν θεωρούσαν τις ύλες ή τα είδωλα θεία καθ’ εαυτά, αλλά ως αναπαραστάσεις των ασώματων δυνάμεων, οι οποίες λειτουργούσαν ως σύμβολα ενθύμησης του αοράτου (3).
Έτσι, η θέαση και η λατρεία της ύλης οδηγούσε τον άνθρωπο προς τη νοητή πραγματικότητα και όχι προς τον φετιχισμό των μορφών. Ο άνθρωπος, με άλλα λόγια, ανήρχετο προς το Θείον μέσω της Φύσεως, όχι μέσω της αποκοπής από αυτήν.Αντιθέτως, η νεωτερική επιστημονική παράδοση, όπως την περιγράφει ο σύγχρονος φυσικός Capra, άλλαξε ριζικά τον προσανατολισμό της γνώσης:
«Από την εποχή του Bacon, η επιστήμη αντιπροσωπεύει τη γνώση που προσφέρεται για τον έλεγχο και την κατάκτηση της φύσης» (1).
Η φράση αυτή σηματοδοτεί μια γνωσιολογική ρήξη: η επιστήμη παύει να είναι τρόπος εναρμόνισης με τη Φύση και μετατρέπεται σε μηχανισμό εξουσίας επί αυτής. Η Φύση, πλέον, δεν αντιμετωπίζεται ως οργανικό και θείο Όλον, αλλά ως μηχανή που μπορεί να αποσυναρμολογηθεί, να προβλεφθεί και να ελεγχθεί.
Ο Giordano Bruno, στις απαρχές της νεωτερικότητας, προειδοποιούσε για τις επιπτώσεις αυτής της απομάκρυνσης:
«Η απομάκρυνση του ανθρώπου από τη Φύση δημιουργεί μια απόσταση· αυτή η απόσταση λειτουργεί ως παραμορφωτικός φακός… Η απόστασή μας είναι που δημιουργεί την αλλοίωση της πραγματικότητας» (4).
Η παρατήρηση αυτή, αν και ποιητική, διαθέτει βαθύ φιλοσοφικό περιεχόμενο: η απώλεια του δεσμού με τη Φύση σημαίνει απώλεια του μέτρου και της αλήθειας. Ο άνθρωπος, αποξενωμένος από τη θεία ενέργεια του κόσμου, αναζητεί το Θείον σε εξωτερικές μορφές εξουσίας ή τεχνολογικής παντοδυναμίας. Η γνώση, αποκομμένη από τη σοφία, οδηγεί σε πνευματικό κενό, όπου η πρόοδος συνυπάρχει με την κρίση νοήματος.
Η αρχαιοελληνική θεώρηση του Θείου, ως εμφυούς ιερότητας της Φύσης, προσφέρει σήμερα ένα πρότυπο αναστοχασμού. Η επαναφορά της σοφίας ως σκοπού της γνώσης δεν προϋποθέτει επιστροφή σε αρχαϊκές μορφές λατρείας, αλλά αναθεμελίωση της επιστήμης επί ηθικών και κοσμικών αρχών. Εφόσον «πάντα φύσει έχει τι θείον», η επιστημονική έρευνα μπορεί να επανασυνδεθεί με το ιερό υπόστρωμα του κόσμου, υπηρετώντας όχι την κυριαρχία αλλά την κατανόηση.
Μόνο μέσα από αυτήν την ολιστική και ενσυνείδητη προσέγγιση δύναται ο άνθρωπος να υπερβεί τον διαχωρισμό του από τη Φύση και να αναγνωρίσει το Θείον ως ζώσα παρουσία εντός του και πέριξ του κόσμου.
Βιβλιογραφία.
1. Fritjof Capra, The Turning Point: Science, Society and the Rising Culture, New York: Simon & Schuster, 1982, σ. 36–37.
2. Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια, 1153b,30–32.
3. Ολυμπιόδωρος ο Νεώτερος, Σχόλια στον Γοργία του Πλάτωνα, κεφ. 47, §5.
4. Giordano Bruno, La Cena de le Ceneri / De l’ Infinito Universo e Mondi, Venezia, 1584.
https://www.facebook.com/groups/2714823485317030/user/1438334373/


