Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2015

Από τους λεβέντες στους "δήθεν λεβέντες". Η εγκατάλειψη της αξιοπρέπειας του παιδαγωγού



Όποιος νομίζει πως η ελληνική επαρχία είναι όσα απεικονίζουν οι έγχρωμες φωτογραφίες του καλοκαιριού κάνει λάθος. Η επαρχία είναι σκληρή, στενή και δεν συγχωρεί. Μεγάλωσα σε ένα μεγάλο χωριό της Λέσβου με ιστορία, σπουδαίους ανθρώπους αλλά και ένα τσούρμο λεβεντομαλάκες. Αμόρφωτοι, βίαιοι άνθρωποι, που επέλεγαν τη βία όχι για να αντριευτούν αλλά για να κρυφτούν πίσω της. Για να κρύψουν τα συμπλέγματα, τη δειλία τους και την μειονεξία τους.
Γελοιοποιήσαν ό,τι δεν μπορούσαν να καταλάβουν, κάγχαζαν αυτά που δεν μπορούσαν να φτάσουν και προσπαθούσαν ασυναίσθητα να κάνουν την κοινωνία να τους μοιάσει για να μπορούν να είναι κάποιοι. Όλα αυτά συνήθως με βία και τη γενναιότητα του μαχαλόμαγκα ο οποίος μέσα στην αγέλη γίνεται όσο άντρας επιλέξει με τα λόγια, αλλά μόνος ψάχνει πάντα τη σκιά για να κρυφτεί.
Θυμάμαι που στο μεγάλο πανηγύρι του χωριού το καλοκαίρι, οι ίδιοι άνθρωποι πάντα, μετέτρεπαν το έθιμο σε μια επίδειξη μεθυσμένης μαγκιάς και βίας. Μεθούσαν, έσπαγαν, χτυπούσαν και καμιά φορά τραβούσαν και μαχαίρια. Οι ίδιοι πάντα, μόνο που σιγά σιγά πλήθυναν. Η Αστυνομία συνήθως τους έπιανε και μετά από λίγο τους άφηνε ελεύθερους. Οι περισσότεροι ήταν ρουφιάνοι της ή προστατευόμενοι του βουλευτή της περιοχής.
Τα πιο προοδευτικά μυαλά στο χωριό και οι πιο μορφωμένοι έφευγαν και άφηναν την κοινωνία όμηρη σε μια ομάδα που η τοπική διαπλοκή την έκανε ισχυρή. Τα παιδιά στο χωριό, έμαθαν να έχουν πρότυπο στα πρώτα χρόνια της εφηβείας αυτό το αντριλίκι που το μεγάλωνε το ούζο και το θέριευε η προσωπική μικρότητα. Αλλοίμονο σε αυτόν που ήταν διαφορετικός, τρελός, μειονεκτικός ή πολύ έξυπνος. Παραδινόταν στη χλεύη για να επιβεβαιώσει τον ανδρισμό της αμορφωσιάς και της δειλίας.
Όποτε πάω στο χωριό μαθαίνω πως τα πράγματα έγιναν χειρότερα. Ναρκωτικά, όπλα, βρωμιές και πάντα το αντριλίκι που ψάχνει ποιός θα παραπατήσει για να τον κλωτσήσει. Όρθιο δεν χτυπάνε ποτέ. Οι πιο μικροί ηλικιακά προσχωρούν σε αυτό το πρότυπο της ομάδας για να είναι κάποιοι ή για να μην πάθουν ό,τι παθαίνουν οι άλλοι. Πολλοί έχουν συλληφθεί, έχουν φυλακιστεί ακόμη και για φόνους ανθρώπων, αλλά είναι ελεύθεροι γιατί φροντίζει ο πολιτικός προστάτης του χωριού εξασφαλίζοντας την εκλογική του πελατεία. Τα δικαστήρια βγάζουν περίεργες αποφάσεις και νόμοι εμφανίζονται για να αποσυμφορηθούν οι φυλακές από αυτούς τους συγκεκριμένους φονιάδες και άθλιους.
Περιττό να πω, πως αυτός ο πολιτικός προστάτης έχει θέση αγίου στο χωριό αφού στα μάτια όλων “φροντίζει για το χωριό και τους ανθρώπους του”, όχι για φονιάδες και εμπόρους ναρκωτικών
Όταν διάβασα για την εξαφάνιση του Βαγγέλη Γιακουμάκη και τις παρενοχλήσεις από την ομάδα των κρητικών, πίστευα πως ήξερα ακριβώς τι είχε συμβεί. Μια ομάδα εφήβων αναθρεμμένη σαν τα παιδιά του χωριού μου, αδύναμη να καταλάβει τη διαφορά μεταξύ λεβέντη και λεβεντομαλάκα, προσπάθησε να επιβεβαιωθεί απέναντι σε αυτόν το αδύναμο που μπορούσε. Το πρόσχημα ήταν πως ο Βαγγέλης δεν ανταποκρινόταν στα πρότυπα ανδρισμού της κρητικής αυθαιρεσίας τους. Αγνοούσαν βέβαια και οι ίδιοι πως η Κρήτη και πολύ περισσότερο η λεβεντιά της, δεν έχει καμιά σχέση με το πρότυπο των όπλων και της δειλής εκδικητικότητας που έχει καθιερωθεί τα τελευταία χρόνια. Οι κρητικοί χρησιμοποίησαν τα όπλα για να αντιμετωπίσουν τον κατακτητή και όχι για να πυροβολούν πισώπλατα ανθρώπους. Η μαφία που δημιουργήθηκε με άλλοθι την κρητική λεβεντιά, ήταν ένα σύστημα πολιτικής διαπλοκής με το έγκλημα. Πολιτικοί παράγοντες δημιούργησαν τα Ζωνιανά, πολιτικοί παράγοντες προστατεύουν το έγκλημα στην Κρήτη προσπαθώντας να του αποδώσουν κοινωνική ανοχή με το πρότυπο ψευτοαντριλικιού.
Με αυτό το πρότυπο λειτούργησαν και οι κρητικοί στη Γεωργική Σχολή των Ιωαννίνων. Ως επιβεβαίωση αυτού του προτύπου ήρθε και η παρέμβαση του πολιτικού από την Κρήτη πριν από χρόνια για τα άτακτα παιδιά της Σχολής. Πήρε λέει τηλέφωνο για να μην διώξουν σπουδαστή από τη Σχολή. Έτσι αντιλαμβάνεται το ρόλο του. Το αποτέλεσμα είναι πως ένα παιδί, κάτω από την πίεση και τις συμπεριφορές των συνομήλικών του είναι νεκρό. Γιατί δεν ήταν αρκετά καλό για το “κρητικό πρότυπο” του λεβεντομαλάκα που νομίζει πως είναι λεβέντης επειδή φοράει στιβάνια και μαύρο πουκάμισο. Επειδή χτυπάει αδύναμους και ερωτοτροπεί με το έγκλημα.
Το πρόβλημα όμως δεν είναι μόνο το πρότυπο που σμίλευσαν άθλιοι ψευτόμαγκες και συμφερολοντολόγοι πολιτικοί. Είναι κυρίως η Σχολή. Αυτοί όλοι μπήκαν στο περιβάλλον της Σχολής αλλά κανένας δεν τους ζήτησε να αρνηθούν τα τερατώδη που εκπροσωπούσαν για να φοιτήσουν. Αντί η Σχολή και οι καθηγητές τους να θέσουν τα όρια μέσα στα οποία θα λειτουργούσαν, αποδέχθηκαν τα δικά τους. Τους άφησαν να είναι λεβεντομαλάκες και να βασανίζουν έναν σπουδαστή τους. Γνώριζαν αλλά χωρίς να έχουν το δικαίωμα, είχαν αποδεχθεί πως το σύστημα απαιτεί να υποκληθούν οι ίδιοι ως καθηγητές και παιδαγωγοί και όχι η αθλιότητα και η βία στον πολιτισμό και τους όρους λειτουργίας.
Δεν έπαιξαν το ρόλο τους ως καθηγητές. Δέχθηκαν παρεμβάσεις από πολιτικούς και δεν τις κατήγγειλαν, έβλεπαν ένα παιδί να υποφέρει και δεν συμπεριφέρθηκαν σαν να είναι το παιδί τους. Εγκατέλειψαν τη λεβεντιά και την αξιοπρέπεια που πρέπει να έχει ένας παιδαγωγός μπροστά σε ένα τσούρμο λεβεντομαλάκες που επέμενε πως η σπουδαιότητα στη ζωή είναι να γίνεσαι όχλος και να τιμωρείς, κανίβαλος και να κατασπαράζεις.
Δεν ξέρω αν όλοι αυτοί έχουν παιδιά. Ούτε τι ευθύνη έχει ο καθένας. Ας βγουν να μιλήσουν. Με το θάρρος όχι του λεβέντη, γιατί λεβέντες δεν είναι, αλλά του ανθρώπου που νοιώθει έστω κάποια ενοχή.

Κώστας Βαξεβάνης
http://www.koutipandoras.gr/

Τρίτη, 10 Μαρτίου 2015

Η πλήξη της απουσίας του εαυτού μας που χάνεται μέσα στη "δράση"...



Καταντήσαμε τη ζωή μας  ένα μεγάλο πανηγύρι. Τρέχουμε ασταμάτητα από το ένα παιχνίδι του λούνα παρκ στο άλλο, προσπαθώντας μέσα απ’ την έξαρση να νιώσουμε τη ζωή. Χανόμαστε, ξέπνοοι σχεδόν, μέσα σε ένα στρόβιλο δραστηριοτήτων. Κι αν δεν είναι έτσι ακριβώς, έτσι θα θέλαμε να είναι κι έτσι προσπαθούμε να κάνουμε τη ζωή μας. Αν δεν είναι έτσι ακριβώς, απογοητευόμαστε. 

Γιατί άραγε; 

Γιατί δε ρωτάμε ποτέ το γιατί;

Επειδή σαν μεθυσμένοι προσπαθούμε να αποκρύψουμε τη βαθιά αγωνία που συνδέεται με την ύπαρξή μας. Προσπαθούμε να θάψουμε το αμείλικτο ερώτημα:

 «γιατί υπάρχω;» 

Για να προλάβουμε να φέρουμε σε πέρας όλες τις δραστηριότητές μας, απαιτείται να επενδύσουμε τόσες δυνάμεις ώστε στη συνέχεια δεν έχουμε πια ανάγκη να σκεφτούμε τον εαυτό μας. Οι δραστηριότητες αυτές μας διασκορπίζουν. Είτε είμαστε στην εργασία μας, είτε στο σπίτι, είτε σε κάποια κοινωνική συνάθροιση, ο σκοπός είναι πάντα ο ίδιος: να ξεχνάμε για όσο μεγαλύτερο διάστημα της μέρας μπορούμε την ανησυχία που προέρχεται από το βάθος της ύπαρξής μας. Τρέμουμε μήπως μείνουμε μόνοι μας, εμείς κι ο εαυτός μας, ενώπιος ενωπίω, πράγμα που θα μας υποχρεώσει να στοχαστούμε τη μικρότητά μας και το πεπερασμένο της ύπαρξής μας.

Όταν τελειώνει η μέρα κάνουμε στο κρεβάτι τον απολογισμό μας. Μετράμε τις δραστηριότητές μας κατά τη διάρκεια του εικοσιτετραώρου και ο αριθμός τους μας καθησυχάζει. Μας δίνει την εντύπωση ότι έχουμε γεμίσει τον χρόνο μας, πράγμα που μας προσφέρει μεγάλη ικανοποίηση. Μας χαρίζει μια ψευδαίσθηση ότι ζούμε μια ζωή γεμάτη, πλούσια και δυναμική. Όμως, τι κάναμε τελικά που ήταν τόσο σημαντικό; Μήπως ήταν η ικανοποίηση της ίδιας της ανάγκης να κάνουμε κάτι; Από πού πηγάζει αυτή η παρόρμηση να κάνουμε πράγματα που στο βάθος δεν είναι τόσο απαραίτητα όσο φαίνονται; Γιατί η συσσώρευση τόσων δραστηριοτήτων δεν προεξοφλεί την πληρότητά μας; Γιατί μετά από τέτοια υπερδραστηριότητα ακόμα αισθανόμαστε άδειοι και κουρασμένοι; Μήπως στο τέλος βιώνουμε την βαθιά πλήξη της απουσίας του αληθινού, της απουσίας του ίδιου μας του εαυτού που χάνεται μέσα στη δράση;

Στην πραγματικότητα δεν κάνουμε τίποτε άλλο παρά να «γεμίζουμε» τον χρόνο μας υπό την πίεση μια περιρρέουσας τιμωρίας που προδίδεται από ερωτήματα όπως: «Πως αξιοποίησες σήμερα τη μέρα σου;», «Τι κάνεις στη ζωή σου», «Με τι ασχολείσαι στον ελεύθερο χρόνο σου;». Αυτές οι ερωτήσεις κρύβουν απειλητικά υπονοούμενα, έτσι που αντί να απαντήσουμε «Δεν κάνω τίποτα το συγκεκριμένο, κάθομαι στον ελεύθερο χρόνο μου και στοχάζομαι που αποσκοπούν όλες αυτές οι ανοησίες που κάνω καθημερινά και ποια θα έπρεπε να είναι η πορεία μιας ζωής με νόημα από τώρα και στο εξής», αυτολογοκρινόμαστε απαγγέλλοντας αμέσως την λίστα των πεπραγμένων μας, κυριευμένοι από την εμμονή να αναγνωριστούμε και να επαινεθούμε από την πλειοψηφία της κοινωνίας.

http://nekthl.blogspot.gr/