Κυριακή, 6 Ιανουαρίου 2013

Γιατί να διδασκόμαστε Αρχαία Ελληνικά στην εποχή της Παγκοσμιοποίησης



Γιατί η ελληνική;
Απαντήσεις ενός ξενόγλωσσου ομιλητή
PEDRO OLALLA
Συγγραφέας, Ελληνιστής, Πρεσβευτής του Ελληνισμού
Ως ξένος, ως ελληνομαθής και ως μέτοικος, με τιμά ιδιαίτερα αυτή η πρόσκληση να συνεισφέρω με λίγα λόγια σε τούτο τον όμορφο φόρο τιμής στην ελληνική γλώσσα· αυτή η πρόσκληση να αναδείξω με τα βιωματικά επιχειρήματά μου τη σημασία της ελληνικής γλώσσας και της ανθρωπιστικής στάσης ζωής στις μέρες μας, και αυτή η πρόσκληση να έρθω αρωγός —δυστυχώς για μια ακόμα φορά— στην υπεράσπιση του αυτονόητου. Αλλά είναι γεγονός ότι και το αυτονόητο χρειάζεται πολύ συχνά υπεράσπιση: ας μην ξεχνάμε ότι οι πιο προοδευτικές ιδέες δεν κινδυνεύουν τόσο πολύ όταν η υπεράσπισή τους είναι επικίνδυνη όσο όταν αυτή γίνεται πληκτική.
Αφετηρία λοιπόν για τον προβληματισμό μου είναι μια απλή ερώτηση: τι σημαίνουν σήμερα τα ελληνικά για έναν ξενόγλωσσο; Νομίζω ότι, καταρχάς, οι απαντήσεις εξαρτούνται από τον ίδιο τον ξενόγλωσσο. Αφενός, μετά από μια μακρά και ακόμα πρόσφατη ιστορία γεμάτη πολέμους, δοκιμασίες και εξορίες, —σχεδόν ξαφνικά και παρά την λεγόμενη «κρίση»— η Ελλάδα έχει γίνει για πολλούς ξένους ένας τόπος αναζήτησης ελπίδας· και συνεπώς η γλώσσα της, ένας δρόμος για να βρουν μερικοί άνθρωποι μια θέση σε μια νέα κοινωνία, για να έχουν πρόσβαση σε εύλογες προσδοκίες, που τους τις αρνιούνται στη γενέτειρά τους, και για να προσβλέπουν σε μια καλύτερη ζωή. Αυτή η αλλαγή από πατρίδα ξενιτιάς σε γη της επαγγελίας —αλλαγή, που παρατηρώντας τις παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες με ξυπόλυτους και λιμασμένους παππούδες, μοιάζει με θαύμα— είναι ο τελευταίος ελιγμός στη διαδρομή αυτής της υπερχιλιετούς κοινωνίας, που διέσχισε τους αιώνες με μόνο στοιχείο συνοχής ίσως τη γλώσσα της, μια γλώσσα που σήμερα μοιράζει μέλλον στα θύματα της αδικίας δίπλα στις άλλες γλώσσες της δύσης. Όλοι αυτοί οι νέοι ομιλητές της ελληνικής και κυρίως οι άμεσοι απόγονοί τους, που θα είναι «γέννημα θρέμμα» ελληνόφωνοι, θα αποτελέσουν έναν καθόλου αμελητέο παράγοντα στην εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας στο άμεσο μέλλον.
Αφετέρου όμως, οι περισσότεροι ξένοι της γηραιάς Ευρώπης βλέπουν την ελληνική γλώσσα με τελείως διαφορετικά μάτια. Για αυτούς, υπήρχε πάντα ένα λείψανο· ένα σεβάσμιο λείψανο μεν, αλλά στο κάτω-κάτω ένα πηγάδι από όπου αντλείται μονάχα παρελθόν. Η μελέτη της αποτελεί κομμάτι της ακαδημαϊκής προσέγγισής τους σε αυτόν τον κοινό τόπο αναφοράς, σε αυτή την αιωρούμενη Ελλάδα που πλανιέται πάνω από τα κεφάλια όλων των δυτικών λαών επηρεάζοντας την κοσμοθεωρία τους. Ωστόσο, τα σχολεία και τα πανεπιστήμιά μας μάς δίδαξαν την ελληνική —και συνεχίζουν να τη διδάσκουν αν και όλο και λιγότερο— αδιαφορώντας για την ιστορική της εξέλιξη και για τη σχέση της με το παρόν, αποτίνοντας μεν έναν ευλαβή φόρο τιμής στην κλασσική της περίοδο αλλά αγνοώντας δε —ακόμα και περιφρονώντας ίσως— τις φυσικές της δυνατότητες ως μέσο επικοινωνίας. Μονάχα τα τελευταία χρόνια, αρχίζει να αφυπνίζεται δειλά ένα ενδιαφέρον για τη σύγχρονη γλώσσα, όχι όμως χωρίς την μαχητική επιφύλαξη εκείνων που αυτοανακηρύσσονται ιεροί υπερασπιστές της αρχαίας.
Ωστόσο, πέρα από αυτό το απατηλό δίλημμα μεταξύ νέας και αρχαίας, πέρα από την ξένοιαστη χρήση της ελληνικής ως απλού εργαλείου επικοινωνίας ή από την εσωστρεφή καλλιέργεια του αξιοσέβαστου κήπου των κλασικών συγγραφέων, υπάρχει κάτι που η ελληνική γλώσσα μπορεί να προσφέρει αποκλειστικά σε έναν δυτικό ξένο, κολασμένο από τις χάρες της κουλτούρας και ελεύθερο από επιφυλάξεις και προκαταλήψεις: μια ατελείωτη περιπέτεια της διανόησης. Για όσο διάστημα έχω αφιερώσει στην εκμάθηση αυτής της γλώσσας, για όσον καιρό έχω δουλέψει ως μεταφραστής ή ως καθηγητής μετάφρασης, για όσο χρόνο έχω αφοσιωθεί στη δουλειά του λεξικογράφου και του ιστορικού, για όσα χρόνια έχω διατρέξει την Ελλάδα ακολουθώντας τα χνάρια των αρχαίων μύθων ή για όσο χρόνο γράφω και δημοσιεύω τα έργα μου στα ελληνικά, η σχέση μου με την ελληνική γλώσσα υπήρχε πάντοτε αυτή της σαγήνης. Και σε αυτή θα ήθελα να αναφερθώ τώρα, διότι πιστεύω ότι λίγα πράγματα μας ενώνουν με πιο ακλόνητο τρόπο από το να μοιραζόμαστε κάποια συγκίνηση ικανή να μας σαγηνεύσει.
Υπάρχει κάτι που η ελληνική γλώσσα προσφέρει ως αποκλειστικό προνόμιο: η εγγύτητα των δομών και των λέξεων της στην πρώτη ύλη της σκέψης μας. Γιατί «σκέφτομαι» δεν σημαίνει παρά συσχετίζω έναν κόσμο εικόνων, αισθήσεων και λέξεων, συνδυάζω απεριόριστα μια απέραντη συλλογή μικρών κομματιών που εκπληκτικά φέρουν τυπωμένη τη σφραγίδα του ελληνικού πνεύματος.
Παιδί, στη γενέτειρά μου, στις απότομες ακτές της Αστούριας, γνώρισα ένα σκεύος αλιείας που οι ψαράδες ονόμαζαν «palangre». Πολύ αργότερα, σε τούτες τις
φθαρμένες συλλαβές, αναγνώρισα την αρχαία ελληνική λέξη «πολυάγκιστρον». Η λέξη «αγκίστρι» με οδηγεί στην «αγκύλη», στην «άγκυρα», στον «αγκώνα», λέξεις με τις οποίες ζω και που μοιράζονται μια κοινή έννοια με την «καμπύλη», με το «κλείσιμο», με την «αγκαλιά». Η ζωή σε επαφή με την ελληνική οξυγονώνει τη συνείδηση των μηχανισμών της αντίληψής μας, μας αποκαλύπτει ότι η σκέψη είναι μια απέραντη και υποβλητική διαδικασία μεταφοράς, και ότι ο τρόπος που σκεπτόμαστε εδώ και αιώνες —κομμάτι πλέον του DNA μας και κεκτημένη ταχύτητα στην ιστορική μας εξέλιξη— είναι βαθειά καθορισμένος από την επίδραση της ελληνικής γλώσσας. Ποια σχέση υφίσταται άραγε ανάμεσα στην «αγκαλιά» και στην «ανάγκη»; ή ανάμεσα στην «άγκυρα» και στην «ανάγκη», ανάμεσα σε αυτό που κρατάει και σε αυτό που είναι κατ’ εξοχήν ασυγκράτητο; Αυτές οι καθημερινές λέξεις μπορούν να μας ταξιδέψουν, παράδειγμα, έως τον Μακρόβιο, που ισχυρίζεται ότι η ανάγκη αναπαριστάται από τον κόμβο και ο έρωτας από το φιλί· ή έως την κοσμοθεωρία των ορφικών, για τους οποίους η Ανάγκη ήταν αυτή η δύναμη-αγκαλιά-κόμβος, που δεσπόζει στα πάντα…
Η τριβή με την ελληνική γλώσσα φέρει σε επαφή την αμεσότητα του παρόντος με το υποβλητικό φορτίο του παρελθόντος, δημιουργώντας πάντα μια τονωτική καύση. Μας εκπαιδεύει στην προσπάθεια, στην ακρίβεια και στην οξυδέρκεια. Μας ωθεί συνέχεια στην ανίχνευση και, συνεπώς, μας φέρνει συνέχεια απέναντι στο εύρημα. Τοποθετεί τη φευγαλέα ατομική συνείδησή μας μέσα στις μακρές κινήσεις της ύπαρξης του ανθρώπου ως σκεπτόμενου όντος. Έτσι, μέρα με τη μέρα, αφήνομαι να παρασυρθώ από λέξεις όπως «εστιατόριο», «σύμπτωση» ή «έντομο», απολαμβάνοντας ως ξένος ένα ατελείωτο ταξίδι στον εαυτό μου. Μια περιπέτεια που δεν θα μπορούσε να γίνει σε βάθος στα Ισπανικά, στα Αγγλικά ή στα Ρωσικά. Θα μπορούσε κάποιος να την επιχειρήσει ίσως στα Λατινικά, αλλά τα Λατινικά δεν τα μιλάνε πλέον στην αγορά.
Η ελληνική γλώσσα ζει στον λόγο των σημερινών ομιλητών της, αλλά ζει και στο υποσυνείδητο και στο βάθος του λόγου των ομιλητών των περισσοτέρων δυτικών γλωσσών. Ζει στο λεξιλόγιο, στις έννοιες, στις δομές, στην ορολογία, στην οργάνωση της σκέψης, στις εκφάνσεις της πολιτιστικής παράδοσης… Είναι ζωντανή γιατί, κατά βάθος, όλοι οι δυτικοί μιλάμε μια ασυνείδητη ελληνική.
Η ελληνική γλώσσα είναι η μητέρα γλώσσα της αφηρημένης σκέψης, η μητέρα γλώσσα όλων των φωνητικών μας αλφάβητων, η πρώτη lingua franca, η πρώτη σε λογοτεχνική παράδοση και επιρροή, η πιο παλαιά από τις ζωντανές σε προφορική και γραπτή παράδοση, η γλώσσα με την πρώτη γραμματική και τον πρώτο
μεταγλωσσικό συλλογισμό, η γλώσσα στην οποία πρωταναπτύχθηκαν γραπτώς η λογοτεχνία, η ιστορία, η πολιτική, οι νόμοι και η επιστήμη. Και αν πρέπει να κρίνουμε από την τεράστια επιρροή που έχει ασκήσει και ασκεί πάνω στις υπόλοιπες, η ελληνική γλώσσα είναι, υπό αυτήν την έννοια, η πρώτη γλώσσα στον κόσμο. Αυτή είναι μια ακλόνητη αλήθεια που καθορίζει τον παγκόσμιο πολιτισμό.
Σκεπτόμενος σήμερα το μέλλον της ελληνικής, ειλικρινά το βλέπω αρκετά υποσχόμενο στον κόλπο μιας όλο και πιο γραμματισμένης παγκόσμιας κοινωνίας. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τα βήματα μπροστά είναι εύκολα ή ότι θα γίνουν από μόνα τους χωρίς να συναντήσουν αντίσταση. Νομίζω ότι η ελληνική, για να εξασφαλίσει την επιβίωσή της, καλείται να αξιοποιήσει προπαντός την ιδιαιτερότητά της.
Για αυτόν το σκοπό, υπάρχουν κάποιες προκλήσεις που μου φαίνονται κρίσιμες. Η πρώτη είναι η ίδια η γνωριμία των ομιλητών με τη γλώσσα, η απόκτηση της γλωσσικής συνείδησης από τους ίδιους τους ομιλητές και η καλλιέργεια της αγάπης προς τη γλώσσα. Είναι γνωστό ότι ο άνθρωπος φροντίζει και εκτιμά εκείνο που αγαπά, και ότι αγαπά μόνο εκείνο που γνωρίζει. Ευτυχώς, αυτή η αγάπη για τη γλώσσα δεν υπήρξε ποτέ κάτι το ξένο για τους έλληνες· ακόμα και το λεγόμενο γλωσσικό ζήτημα, αυτός ο ιδιόμορφος εμφύλιος πόλεμος, έχει βοηθήσει με τον τρόπο του στη γλωσσική συνείδηση και στην αυτογνωσία των Ελλήνων. Όμως, συνυφασμένη με αυτή την αναγκαία αγάπη για τη γλώσσα, είναι και μια ίσως πιο δύσκολη πρόκληση που θεωρώ καίριας σημασίας για την επιβίωση της ελληνικής: η ιστορική υπέρβαση του ιδεατού τρίγωνου γλώσσα-έθνος-κράτος.
Είναι γεγονός ότι, σε καιρούς χαλεπούς, η ελληνική γλώσσα προσέδωσε στους ομιλητές της μια εθνική συνοχή και ότι συνέβαλε αποφασιστικά στη διαμόρφωση μιας ταυτότητας την ώρα της διεκδίκησης και της οικοδόμησης του νέου κράτους. Αλλά είναι επίσης γεγονός ότι τα μεγαλύτερα επιτεύγματά της τα κατάφερε η ελληνική σε πιο ευνοϊκούς καιρούς ως γλώσσα πολυσύνθετων πληθυσμών, ακόμα και ως γλώσσα πολυεθνικών κοινοτήτων. Η ελληνική έδωσε τους καλύτερους καρπούς της ούσα η κοινή γλώσσα όλων των ελληνικών φυλών, η κοινή γλώσσα της ελληνιστικής οικουμένης, η πρώτη κοινή γλώσσα της χριστιανικής οικουμένης και η γλώσσα αναφοράς της ουμανιστικής οικουμένης.
Σήμερα, ζούμε σε έναν κόσμο όπου υπάρχουν περίπου 6.000 γλώσσες, πάνω από 10.000 έθνη και μόνο καμία διακοσαριά κράτη, που μάλιστα τείνουν προς την ένταξη σε διεθνείς δομές και υφίστανται την επίδραση της παγκοσμιοποίησης. Άρα,
όλα τα κράτη είναι ή θα γίνουν πολύ-πολιτισμικά, και, συνεπώς, η πρόκληση των ημερών μας είναι να δημιουργήσουμε αισθήματα αλληλεγγύης μεταξύ ανθρώπων πολιτισμικά ετερογενών.
Σε αυτό το πλαίσιο, δεν χωράει πια το τρίγωνο γλώσσα-έθνος-κράτος, και η ελληνική γλώσσα πρέπει να βρει τον δρόμο της όχι μόνο ως γλώσσα του ελληνικού λαού, αλλά ως γλώσσα και τροφός μητέρα του δυτικού και του ουμανιστικού πολιτισμού. Εκεί να βρει συμμάχους για τη διαιώνισή της και να ταχθεί μαζί τους υπέρ ενός ανυπέρθετου χρέους: την «παγκοσμιοποίηση» του Ανθρωπισμού.
Αυτό που ονομάζουμε Ανθρωπισμό δεν είναι μόνο μια κληρονομιά, είναι προπαντός μία στάση ζωής: μια στάση άρρηκτα συνδεδεμένη με την ελληνική γλώσσα και το ελληνικό πνεύμα από τους πανάρχαιους χρόνους όπου ο Όμηρος άρχισε την αναζήτηση του πανανθρώπινου στοιχείου. Μια στάση όχι βέβαια αποκλειστικά ελληνική, που μάλιστα προδόθηκε επανειλημμένως από τους ίδιους τους Έλληνες, αλλά και που αναμφίβολα επινοήθηκε, καλλιεργήθηκε, υποστηρίχτηκε και ανακτήθηκε, ξανά και ξανά κατά τον ρου της ιστορίας, ανατρέχοντας κυρίως στο ελληνικό στοιχείο.
Αυτή η στάση εμπιστοσύνης στον άνθρωπο, στην ικανότητα και στη συνείδησή του για να επιλέγει ελεύθερα το καλό, είναι η δύναμη που γέννησε την ηθική και υπερασπίζεται έως σήμερα τη σκέψη. Και χωρίς σκέψη και ηθική δεν υπάρχει πρόοδος αλλά υποταγή και χάος. Αρμόζει λοιπόν στον Ανθρωπισμό να καλλιεργήσει την ηθική όχι ως δογματική επιβολή αξιών —όποιες κι αν είναι αυτές— αλλά ως κριτική και υπεύθυνη άσκηση της ελευθερίας· να μας μυήσει και να μας εκπαιδεύσει σε μιαν άσκηση σκέψης που να μας οδηγεί να βρούμε λόγους για να προτιμήσουμε μια συμπεριφορά από μιαν άλλη και να μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε ότι οι λόγοι αυτοί δεν είναι κάτι το υπερβατικό, αλλά το έμφυτο στον άνθρωπο.
Αυτή η στάση δεν έχει εγκαταλείψει ποτέ την προσπάθεια να χτίσει έναν κόσμο απαλλαγμένο από το δόγμα, ο οποίος να υπάγεται στην αμφισβήτηση, στην ηθική, στην αισθητική, στη δικαιοσύνη και στην ελευθερία. Και όσοι την καλλιέργησαν, δεν υπερασπίστηκαν μονάχα όσα πίστευαν ότι υπερασπίζονταν στον καιρό τους, αλλά και την ελευθερία και την αξιοπρέπεια κι άλλων αγέννητων ακόμη, τη μελλοντική τους δυνατότητα να γνωρίσουν έναν κόσμο διαφορετικό και μια πραγματικότητα άλλη από το διεστραμμένο προϊόν της καταπίεσης και του ψεύδους. Όπως είναι επόμενο, τούτη ήταν ανέκαθεν η στάση των ολίγων: μια πράξη αντίστασης σε ένα αντίξοο και βάρβαρο περιβάλλον. Ωστόσο, κάθε φορά
που έλαμπε στο πέρασμα του χρόνου εν μέσω της αυθαιρεσίας, του σκοταδισμού και των κατώτερων ορμών του ανθρώπινου είδους, η ανθρωπότητα έκανε ένα βήμα προς τη σύνεση, προς το μέτρο, προς την αξιοπρέπεια του ανθρώπου πέρα από συμφέροντα και πιστεύω.
Αυτή η ουμανιστική στάση οφείλει πολλά στην ελληνική γλώσσα, αλλά αληθεύει επίσης ότι η ελληνική γλώσσα και η εικόνα της Ελλάδας απέναντι στον εαυτό της και στον κόσμο οφείλουν πολλά σε αυτήν την ουμανιστική στάση. Ασφαλώς, δεν είναι βέβαιο πως αυτή η κοπιαστική στάση θα θριαμβεύσει τελικά επί της αυθαιρεσίας και της βαρβαρότητας. Είναι όμως απολύτως βέβαιο πως η αυθαιρεσία και η βαρβαρότητα θα θριαμβεύσουν με μεγαλύτερη δυσκολία ανάμεσα σε όσους υιοθετούν τούτη τη στάση, παρά ανάμεσα σε όσους την αγνοούν ή την περιφρονούν. Για αυτό και κάθε προσπάθεια αξίζει τον κόπο.
Κάποιες φορές, περπατώντας ανάμεσα στις ελιές και στα ερείπια αυτής της χώρας, αναρωτήθηκα τι θα έμενε από τον πολιτισμό μας αν έσβηνε από αυτόν το ελληνικό στοιχείο, πώς θα ήμασταν αν στερούμασταν όχι μόνο αυτό το απέραντο κληροδότημα αλλά και τούτη τη γενναία ώθηση, που πάντοτε κινούσε το ενδιαφέρον προς τον άνθρωπο. Και τότε αντικρίζω ένα απέραντο κενό. Τα ερείπια μάς κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, μας κάνουν να συνειδητοποιούμε πόσο εύθραυστος είναι ο πολιτισμός, μας υπενθυμίζουν ότι οι κατακτήσεις του είναι εφήμερες, ότι πρέπει να τις υπερασπιζόμαστε κάθε μέρα που ξημερώνει, και ότι ο μόνος εφικτός και άξιος του ονόματός του πολιτισμός είναι εκείνος που ενώνει τους ανθρώπους ενάντια στη βαρβαρότητα. Αυτό το μάθημα μάς έχει αφήσει το ελληνικό πνεύμα, μαζί με την πρόκληση να μην είμαστε μόνο κληρονόμοι αλλά και συνεχιστές, να μην κάνουμε μόνο νοσταλγικούς περιπάτους στα χνάρια των αρχαίων αλλά να μοχθούμε στην δημιουργική αναζήτηση των ίδιων αξιών που οι καλύτεροι από εκείνους έψαχναν.
Για όλους αυτούς τους λόγους, η ελληνική δεν είναι μια ακόμα γλώσσα, δεν είναι απλώς μια γλώσσα. Και είναι μάλιστα αυτή η πολύτιμη ιδιαιτερότητα ό,τι εμπνέει στους σώφρονες την υπεράσπισή της. Αν τη χάναμε, ξέρουμε τι θα χάναμε. Η ερώτηση είναι τώρα: τι θα κερδίζαμε; Θα μπορούσε η προοπτική του ενδεχόμενου κέρδους να δικαιολογήσει και να αντισταθμίσει την απώλεια; Εν ονόματι τίνος θα θάψουμε τον ελληνισμό;
Ευχαριστώ πολύ.


Ο Pedro Olalla Gonzalez de la Vega γεννήθηκε στην πόλη Οβιέδο της Ισπανίας το 1966, όπου παρακολούθησε μαθήματα Φιλολογίας, Ιστορίας της Τέχνης και Φιλοσοφίας και πήρε το πτυχίο του στη Ρομανική Φιλολογία. Το 1994 μετοικεί στην Αθήνα με σκοπό να ασχολείται με την έρευνα, τη δημιουργία και τη διδασκαλία σε μια χώρα με την οποία διατηρούσε στενή σχέση από δέκα χρόνια πριν. Υπήρξε καθηγητής Νέων Ελληνικών στο Πανεπιστήμιο του Οβιέδο και λέκτορας Ισπανικών στο Πανεπιστήμιο Syracuse της Νέας Υόρκης. Στην Ελλάδα πλέον, διατέλεσε για τρία χρόνια διευθυντής του Πολιτιστικού Δελτίου της Ισπανικής Πρεσβείας στην Ελλάδα και αρχισυντάκτης του δίγλωσσου μηνιαίου περιοδικού El Sol de Atenas. Σήμερα, εργάζεται ως καθηγητής στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (Διατμηματικό Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Μετάφρασης-Μεταφρασεολογίας), στη Βουλή των Ελλήνων και στο Ινστιτούτο Cervantes. Ως φωτογράφος πραγματοποίησε περισσότερες από τριάντα ατομικές εκθέσεις στην Ισπανία και σε άλλες χώρες· ως συγγραφέας δημοσίευσε έργα λογοτεχνικού και πολιτιστικού περιεχομένου και περισσότερα από εκατό άρθρα και μελέτες σχετικά με τον ελληνικό πολιτισμό και την Ισπανία· ως λεξικογράφος δουλεύει με υποτροφία του Ιδρύματος «Α. Γ. Λεβέντη»· ως ερευνητής και φωτογράφος, έχει συνεργαστεί με εξειδικευμένους εκδοτικούς οίκους όπως National Geographic, Thames & Hudson, Altair, Road Editions, κ.α. Εξάλλου, χάρη στο πολύπλευρο πνεύμα του, πραγματοποίησε τα τελευταία χρόνια μια μακρά σειρά έργων που σχετίζουν τους δυο πολιτισμούς: ένα βιβλίο-έκθεση εμπνευσμένο από τις Κυκλάδες, διάφορα τμήματα Νέων Ελληνικών για Ισπανούς στην Ισπανία και την Ελλάδα, διαλέξεις και σεμινάρια για την ισπανική γλώσσα και τον ισπανικό πολιτισμό, πολιτιστικές περιηγήσεις στην Ελλάδα και στην Ισπανία, ντουμπλάρισμα στα Ισπανικά μιας τηλεοπτικής σειράς για το Μέγα Αλέξανδρο, μεταφράσεις βιβλίων, δοκιμίων και διαλέξεων στα Ισπανικά, μετάφραση στα Ελληνικά της βιογραφίας της βασίλισσας Σοφίας κ.ά. Το 1999 του δόθηκε υποτροφία από το Ίδρυμα «Α. Σ. Ωνάσης» για την διεξαγωγή των ερευνών σχετικά με την εκπόνηση του Μυθολογικού Άτλαντα της Ελλάδας (χαρτογράφηση, φωτογράφηση και φιλολογική τεκμηρίωση. Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών 2002), έργο για το οποίο, από το 1995, έχει διανύσει πάνω από εκατό χιλιάδες χιλιόμετρα στην Ελλάδα ακολουθώντας τα ίχνη των αρχαίων μύθων. Για τη δουλειά του στο χώρο της ελληνικής μυθολογίας, υπήρξε προσκεκλημένος ομιλητής στα Πανεπιστήμια Θράκης, Αιγαίου, Αθηνών, College Year in Athens, Onassis Foundation New York, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία, Εθνικό Κέντρο Βιβλίου και άλλους φορείς και ΜΜΕ στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Αυτή τη στιγμή πραγματοποιεί μια ευρεία μελέτη για το μύθο της Ευδαίμονος Αρκαδίας στο δυτικό πολιτισμό καθώς και μια σειρά ντοκιμαντέρ με θέμα τη γεωγραφία των μύθων για την ελληνική κρατική τηλεόραση (ET1)