Δευτέρα, 4 Δεκεμβρίου 2017

Πόσο δύσκολο είναι να μεγαλώνουμε με έναν συναισθηματικά απόμακρο πατέρα;



 «Ήσουν πάντα απών. Για να είμαι πιο ακριβής ήσουν πάντα ένας «παρών-απών».
Παρών ως φυσική παρουσία, αλλά απών ως προς τη μεταξύ μας σχέση. Συναισθηματικά δεν ήσουν ποτέ εδώ… Καμία επικοινωνία, καμία κατανόηση, καμία ενσυναίσθηση, καμία σχέση».

Πόσο δύσκολο είναι να μεγαλώνουμε με έναν συναισθηματικά απόμακρο πατέρα;

Και το πιο δύσκολο απ’όλα είναι ότι ενώ είναι «παρών», δεν μπορείς να του κάνεις τα παράπονα που’χεις, γιατί ξέρεις ότι δεν πρόκειται να τ’ακούσει. Δεν μπορεί να σε κατανοήσει. Είναι σαν να’χεις σχέση μ’ένα φάντασμα, απ’το οποίο δεν μπορείς ν’απαλλαγείς, καθώς δεν είναι δυνατό να ξεφύγεις από ένα μη υπαρκτό στη ζωή σου πρόσωπο. Πάντα θα υπάρχει και πάντα θα νιώθεις ότι σε στοιχειώνει αυτή η σχέση, χωρίς να προχωρά και να εξελίσσεται.

Ένας παρών-απών πατέρας δεν μπορεί ποτέ να βρίσκεται εδώ, να νιώθεις ότι βρίσκεται εδώ, να’ναι διαθέσιμος συναισθηματικά κι ανοιχτός στην επικοινωνία μαζί σου. Η φυσική του παρουσία, όμως, διαρκώς, σου δίνει μια αίσθηση ελπίδας. Μια διαρκή αναζήτηση δόμησης μιας ουσιαστικής σχέσης. Μια αποκατάσταση της μέχρι τώρα απούσας επικοινωνίας.

Και αφού μεγάλωσες με μια πατρική φιγούρα που υπήρχε και δεν υπήρχε. Που ήταν και δεν ήταν εδώ. Που σου’δινε και δεν σου’δινε σημασία, έφτασες στο σήμερα, ν’αναρωτιέσαι τι θέλεις απ’τους άλλους κι απ’τις σχέσεις σου.

Σκέψου πρώτα τι έχεις μάθει να περιμένεις από ένα σημαντικό για σένα πρόσωπο. Μήπως οι περισσότερες σχέσεις σου περιλαμβάνουν συναισθηματικά μη διαθέσιμα άτομα; Πόσο ασφαλές και οικείο σου είναι αυτό; Μπορεί να μην σε ικανοποιεί, ξέρεις, όμως, πώς να συμπεριφερθείς. Ξέρεις τι να περιμένεις και να προσδοκάς, προσπαθώντας να καλυφθούν τα κενά που’χουν δημιουργηθεί απ’τη σχέση με τον πατέρα.

Όταν έχεις μεγαλώσει με έναν «παρών-απών» πατέρα έχεις ήδη βιώσει αρκετή απογοήτευση. Οπότε μεγαλώνοντας θεωρείς ότι δεν μπορείς να περιμένεις κάτι παραπάνω από τους άλλους ανθρώπους. Αφού ένας τόσο δικός σου άνθρωπος σε πλήγωσε, σε απογοήτευσε και σε πρόδωσε, γιατί να μην το κάνουν και όλοι οι άλλοι γύρω σου; Έτσι, βιώνεις ένα έντονο φόβο να αφεθείς και να εμπιστευτείς άλλους ανθρώπους. Η απόσταση που βίωνες από την πλευρά του πατέρα σου είναι τώρα η δική σου πραγματικότητα.

Λόγω φόβου να μην απογοητευτείς και να μην πληγωθείς κρατάς απόσταση από τους άλλους ανθρώπους γύρω σου. Φοβάσαι να αφήσεις τους άλλους να σε πλησιάσουν. Σου’ναι δύσκολο να μοιραστείς τους φόβους, τα πάθη και τις ανησυχίες σου μ’ένα σημαντικό για σένα πρόσωπο. Κάνεις σχέσεις στις οποίες ουσιαστικά δεν είσαι εκεί… Για να μην πληγωθείς κι απογοητευτείς. Για να μην ξαναβιώσεις όλα όσα βίωνες τόσα χρόνια στη σχέση σου με τον πατέρα σου. Και μήπως καταλήγεις σε αυτές τις σχέσεις να είναι «παρών-απών»;

Σε τέτοιου είδους σχέσεις δεν υπάρχει η δυνατότητα να καλλιεργηθεί η εμπιστοσύνη, μ’αποτέλεσμα να προκύπτουν σημαντικά προβλήματα εμπιστοσύνης κι αίσθησης ασφάλειας. Όλοι είναι αναξιόπιστοι και δεν αξίζουν την εμπιστοσύνη σου. Ακόμα κι αυτοί που θα μπορούσες να τους εμπιστευτείς σίγουρα έχουν κάποια κίνητρα που θα τα ανακαλύψεις στη συνέχεια. Δεν γίνεται κάποιος να είναι καλός μαζί σου χωρίς να υπάρχει κάποιος απώτερος σκοπός, κάποιος βαθύτερος λόγος. Κι όσο αναλώνεσαι σε τέτοιου είδους σκέψεις και σχέσεις αποδεικνύεις στον εαυτό σου πόσο ανεπαρκείς είναι οι συναισθηματικές σχέσεις για σένα. Πόσα λίγα σου προσφέρουν και πόσο μπορεί να σε πληγώσουν. Και το αποτέλεσμα πάντα το ίδιο: αποτυχία. Κανείς δεν θέλει να σε γνωρίσει πραγματικά. Κανείς δεν μπορεί να είναι πραγματικά εδώ για σένα και κανείς δεν σ’ αγαπά.

Όλα όσα δεν έλαβες απ’τη σχέση με τον «παρών-απών» πατέρα σου δεν κατάφερες να τα λάβεις κι από καμία άλλη σχέση;

Μήπως αυτό πίστευες από την αρχή και απλά επέλεγες ασυνείδητα όλα όσα το επιβεβαίωναν; Στο τέλος, ίσως καταλήγουμε να επαναλαμβάνουμε διαρκώς αυτό που διακαώς προσπαθούμε να αποφύγουμε. Αντί να προσπαθούμε να το αποφύγουμε, θα ήταν προτιμότερο να προσπαθούμε να το αναγνωρίσουμε και να το προσεγγίσουμε. Να το βιώσουμε, να το επεξεργαστούμε…

Μπορεί να κρύβει πολλές αρνητικές εμπειρίες κι απωθημένα το να έχουμε μεγαλώσει μ’έναν απόμακρο και «απών» πατέρα. Είναι πολύ περισσότερα, όμως, τα αρνητικά που βιώνουμε αν δεν συνειδητοποιήσουμε όλα όσα ζήσαμε, όλα όσα δεν ζήσαμε και όλα όσα θα θέλαμε να ζήσουμε.
«Δεν ήσουν ποτέ εδώ… να με δεις, να με ακούσεις, να με νιώσεις, να με στηρίξεις… κι όμως σ’ έβλεπα και περίμενα… Κι αυτό είναι πολύ χειρότερο από το να ήσουν ολότελα απών…».
«Ήταν σαν μια διαρκή απώλεια, που την διέψευδε η παρουσία σου, αλλά την ίδια στιγμή την επιβεβαίωνε η συναισθηματική σου απουσία.

Ήσουν ένας «παρών-απών». Δεν μ’ άφηνες να πενθήσω την απουσία σου, αλλά ούτε και να χαρώ την παρουσία σου. Και κάπως έτσι πέρασε όλη μου η ζωή μαζί σου… προσδοκώντας, ελπίζοντας…».

Κείμενο: Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος, MSc
Πηγή: papadopsixologos.blogspot.gr
http://www.themamagers.gr/

Σάββατο, 2 Δεκεμβρίου 2017

Το παιδί που κουβαλάμε και ως ενήλικες



Όπως εκφράζουμε τα συναισθήματα μας προς τους γονείς μας και όπως αυτοί ανταποκρίνονται, θα μας κυνηγάει για πάντα.

Ας υποθέσουμε ότι αν η παιδική μας ηλικία έχει υπάρξει, με οποιονδήποτε τρόπο, δυσλειτουργική, αυτή την οικεία δυσλειτουργία θα βαλθούμε να ψάχνουμε και στην υπόλοιπη ζωή μας.

Ας υποθέσουμε, τέλος, ότι όλες αυτές οι διεργασίες είναι υποσυνείδητες και ότι, ως εκ τούτου, βρισκόμαστε πάντα να αναρωτιόμαστε γιατί μας τυχαίνουν όλοι οι τεμπέληδες/εγωιστές/αγενείς ή όλες οι κακομαθημένες/άπιστες/ακοινώνητες. Αυτή λοιπόν είναι η περίληψη στο βιβλίο της ζωής όλων μας. Ας προχωρήσουμε τώρα στην εισαγωγή. Όπως συνήθως, όλα ξεκινάνε από την παιδική ηλικία.

Σύμφωνα με όλες τις θεωρίες, ο τρόπος με τον οποίο σχετίζεται ένα βρέφος και αργότερα ένα παιδί με τους γονείς του και οι τρόποι με τους οποίους αυτοί ανταποκρίνονται, θα γίνουν αργότερα οι τρόποι με τους οποίους σχετίζεται με τον κόσμο που τον περιβάλλει.

Για τους πρώτους 6 μήνες της ζωής τους τα μωρά εξαρτώνται αποκλειστικά από τους γονείς για όλες τους τις ανάγκες. Ένα μεγάλο λάθος που κάνουν κάποιοι γονείς είναι ότι πιστεύουν πως με το να αφήσουν ένα μωρό 3, 4 μηνών να κλαίει, αυτό θα μάθει κάποια στιγμή να είναι αυτάρκες και θα σταματήσει να ενοχλεί.

Ένα μωρό αυτής της ηλικίας, αν αφεθεί να κλαίει, πράγματι κάποια στιγμή θα σταματήσει, όχι όμως επειδή ξαφνικά δεν επιθυμεί ή δεν έχει την ανάγκη που είχε όταν ξεκίνησε. Θα σταματήσει επειδή έχει λάβει ένα μήνυμα που του λέει ότι κανένας δεν είναι εκεί για να καλύψει τις ανάγκες του.

Όταν ολόκληρος ο κόσμος του δε, είναι οι γονείς του, αυτό μεταφράζεται σε μία απόλυτη έλλειψη εμπιστοσύνης, το μωρό θα αποτραβηχτεί, θα σωπάσει και οι γονείς θα το μεταφράσουν ως επιτυχημένη μέθοδο πειθαρχίας για να μη γίνει το μωρό κακομαθημένο.

Όμως, ένα παραμελημένο παιδί, θα γίνει ένας εξαρτητικός ενήλικας, χωρίς εμπιστοσύνη στον εαυτό του, με ένα σκεπτικό που λέει ‘Αφού δεν ενδιαφέρονται για μένα, μάλλον είμαι/κάνω κάτι λάθος’, και χωρίς εμπιστοσύνη προς τους άλλους, με μία αντίστοιχη πεποίθηση που λέει ‘Η εμπιστοσύνη μου θα προδοθεί, η ανάγκη μου δε θα καλυφθεί.’

Στην ηλικία μεταξύ 12 και 18 μηνών, ένα ασφαλές παιδί, που νιώθει πως οι περισσότερες ανάγκες του καλύπτονται και υπάρχει μία σταθερή και ασφαλής βάση, θα αρχίσει να εξερευνά τον κόσμο, κάνοντας όλο και περισσότερα βήματα προς το άγνωστο, πριν επιστρέψει στην ασφάλεια της μαμάς ή/και του μπαμπά.

Ένα παιδί όμως που δεν έχει νιώσει αυτή τη σιγουριά, θα παραμένει πάντα κοντά στους γονείς, θα φοβάται να κοινωνικοποιηθεί και γενικά θα αποφεύγει οποιαδήποτε εξερεύνηση μπορεί να διακινδυνεύσει την παρουσία των γονιών του.

Και κάπως έτσι δημιουργούμε σχέσεις που είναι λάθος για τον ψυχισμό μας, εφ’όσον οι άνθρωποι ακολουθούμε μοτίβα που έχουμε βιώσει στη διάρκεια της ζωής μας και τα αναπαράγουμε με συνέπεια ώστε να μπορούμε να παραμείνουμε σε αυτό που γνωρίζουμε πώς να το διαχειριστούμε, στο οικείο.

Έτσι, μία γυναίκα που ως παιδί κακοποιείτο σωματικά ή σεξουαλικά ή που παρατηρούσε τους γονείς να παίζουν ξύλο, θα επιλέξει να είναι σε μία σχέση με κάποιον με τον οποίο μπορεί να επαναλάβει αυτό το σενάριο.

Και ενώ γνωρίζω πως η λέξη ‘επιλέξει’ ίσως σας ακούγεται παράδοξη, γιατί ποιος θα επέλεγε να είναι σε σχέση με κάποιον που τον χτυπάει ή τον προσβάλλει, τη χρησιμοποιώ γιατί ο μηχανισμός επιλογής λειτουργεί ασυνείδητα και έτσι γίνεται σχεδόν μία ανάγκη.

Οι ανάγκες είναι, στο συγκεκριμένο παράδειγμα, συνήθως δύο: Αφ’ ενός, πρέπει να επιλέξω να είμαι σε μία κατάσταση που γνωρίζω και άρα μπορώ να τη διαχειριστώ. Δεύτερον, είμαι σίγουρη ότι δεν αξίζω, γιατί αν άξιζα δε θα με έδερναν οι γονείς μου.

Εφ’ όσον δεν αξίζω, σίγουρα δε θα μπορέσω να κάνω μία όμορφη, υγιή σχέση οπότε δε χρειάζεται καν να το προσπαθήσω. Είναι μία ακριβής αναπαραγωγή του οικογενειακού περιβάλλοντος και των δυσλειτουργιών του και χωρίς κάποια βοήθεια, είναι δύσκολο να απεμπλακεί κάποιος.

Ο τρόπος με τον οποίο έχουμε μάθει να εκφράζουμε τα συναισθήματα μας προς τους γονείς μας και ο τρόπος με τον οποίο αυτοί ανταποκρίνονται, επίσης θα μας κυνηγάει για πάντα – ή τουλάχιστον για όσο καιρό αρνούμαστε να μπούμε σε θεραπεία!

Αν οι γονείς μας, μας έμαθαν ότι ο θυμός μας δεν είναι αποδεκτός, με το να μας αγνοούν ή να μας τιμωρούν για αυτόν, εμείς θα περάσουμε τη ζωή μας, όχι χωρίς να βιώνουμε θυμό (κάτι τέτοιο είναι αδύνατο) αλλά βιώνοντας τον παθητικά-επιθετικά.

Αυτό θα μεταφραστεί σε αντιδράσεις λίγο πολύ γνωστές σε όλους μας, δηλαδή παρακράτηση σεξουαλικών επαφών (η αγαπημένη τιμωρία των γυναικών) ή ανεπάρκεια σε δουλειές του σπιτιού ή λοιπές υποχρεώσεις (η αγαπημένη  τιμωρία των ανδρών) μέχρι να γίνει μία έκρηξη από τη μία ή και τις 2 πλευρές.

Δυστυχώς όμως, όταν φτάσει το ζευγάρι στο σημείο της έκρηξης, είναι πολύ λίγα αυτά που μπορούν να διασωθούν.

Χρήσιμο είναι λοιπόν να προλαμβάνουμε τέτοιες καταστάσεις, είτε με συζητήσεις με το/τη σύντροφό μας, είτε, αν αυτές φαίνονται αδιέξοδες, με τη βοήθεια ενός επαγγελματία ψυχικής υγείας.

Γράφει η Αντωνία Αντωνά, Σύμβουλος Ψυχικής υγείας και Συνθετική Ψυχοθεραπεύτρια


https://olagiatingunaika.gr